Η ασπαρτάμη και άλλα πέντε γλυκαντικά κάνουν ζημιά στον εγκέφαλο λέει μελέτη
Οι άνθρωποι κάτω των 60 και οι διαβητικοί φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τα γλυκαντικά διαίτης.
Η αντικατάσταση της ζάχαρης με τεχνητά γλυκαντικά θεωρείται υγιεινή επιλογή, αλλά μια νέα έρευνα από τη Βραζιλία δείχνει ότι η πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Neurology, παρακολούθησε πάνω από 12.700 ενήλικες για περίπου οκτώ χρόνια και διαπίστωσε ότι όσοι κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες συγκεκριμένων τεχνητών γλυκαντικών παρουσίαζαν ταχύτερη μείωση της μνήμης και των γνωστικών τους δεξιοτήτων. Το φαινόμενο ήταν πιο έντονο σε ανθρώπους με διαβήτη και σε όσους ήταν κάτω των 60 ετών.
Η σχέση γλυκαντικών και εγκεφάλου
Η έρευνα δεν αποδεικνύει ότι τα γλυκαντικά προκαλούν άμεση βλάβη στον εγκέφαλο, αλλά αναδεικνύει μια στατιστική συσχέτιση, η οποία παρέμεινε ακόμα και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως ηλικία, φύλο και καρδιομεταβολική υγεία. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα γλυκαντικά χαμηλών ή μηδενικών θερμίδων συχνά θεωρούνται υγιεινή εναλλακτική της ζάχαρης, αλλά τα αποτελέσματά δείχνουν ότι ορισμένα από αυτά μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά τη λειτουργία του εγκεφάλου με την πάροδο του χρόνου.
Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε επτά συνηθισμένα γλυκαντικά: ασπαρτάμη, σακχαρίνη, ακεσουλφαμικό κάλιο, ερυθριτόλη, ξυλιτόλη, σορβιτόλη και ταγατόζη. Αυτά τα συστατικά βρίσκονται συχνά σε επεξεργασμένα τρόφιμα και ροφήματα, όπως αναψυκτικά διαίτης, ενεργειακά ποτά, γιαούρτια και επιδόρπια χαμηλών θερμίδων, ενώ κάποια διατίθενται και μεμονωμένα. Η σορβιτόλη ξεχώρισε για τη μεγαλύτερη μέση ημερήσια κατανάλωση, που έφτανε τα 64 mg.
Διαφορές ανά ηλικία και διαβήτη
Οι συμμετέχοντες στην έρευνα, ηλικίας κατά μέσο όρο 52 ετών, συμπλήρωσαν λεπτομερή ερωτηματολόγια διατροφής και χωρίστηκαν σε ομάδες ανάλογα με την κατανάλωση γλυκαντικών. Η ομάδα με τη χαμηλότερη κατανάλωση έπαιρνε περίπου 20 mg ημερησίως, ενώ η υψηλότερη έφτανε τα 191 mg ημερησίως — περίπου ό,τι περιέχει ένα κουτάκι αναψυκτικού διαίτης σε ασπαρτάμη. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε τεστ μνήμης και γνωστικών δεξιοτήτων στην αρχή, στη μέση και στο τέλος, αξιολογώντας την ταχύτητα ανάκτησης λέξεων, τη συγκράτηση πληροφοριών και την επεξεργασία δεδομένων.
Μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως υπέρταση και καρδιοαγγειακές παθήσεις, η ομάδα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση παρουσίασε μείωση των γνωστικών δεξιοτήτων 62% ταχύτερη από την ομάδα με τη χαμηλότερη κατανάλωση, αντίστοιχη με περίπου 1,6 χρόνια γήρανσης. Η μεσαία ομάδα σημείωσε μείωση 35%, περίπου 1,3 χρόνια επιπλέον γήρανσης.
Η ανάλυση ανά ηλικία έδειξε ότι η σχέση ήταν πιο έντονη στους συμμετέχοντες κάτω των 60 ετών. Στην ομάδα υψηλής κατανάλωσης γλυκαντικών σημειώθηκε μεγαλύτερη πτώση στη λεκτική ευχέρεια και στις συνολικές γνωστικές επιδόσεις. Σε άτομα άνω των 60 ετών η σύνδεση ήταν ασήμαντη. Παράλληλα, η επίδραση ήταν πιο έντονη σε άτομα με διαβήτη, που συχνά χρησιμοποιούν γλυκαντικά ως υποκατάστατο ζάχαρης.
Συμπεράσματα
Η ανάλυση ανά γλυκαντικό έδειξε ότι η υψηλή κατανάλωση ασπαρτάμης, σακχαρίνης, ακεσουλφαμικού Κ, ερυθριτόλης, σορβιτόλης και ξυλιτόλης συνδεόταν με ταχύτερη μείωση της μνήμης και της γνωστικής λειτουργίας. Η ταγατόζη ήταν η μόνη που δεν παρουσίασε σημαντική συσχέτιση. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτούνται περισσότερες έρευνες για να εξακριβωθεί αν εναλλακτικά γλυκαντικά όπως το μέλι ή το σιρόπι σφενδάμου μπορούν να αποτελέσουν ασφαλείς επιλογές. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη προσθέτει μια σημαντική ένδειξη ότι η μακροχρόνια χρήση ορισμένων τεχνητών γλυκαντικών μπορεί να σχετίζεται με ταχύτερη πτώση των γνωστικών δεξιοτήτων.