Κάποια βράδια, η ζωή αλλάζει χωρίς να ρωτήσει. Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς σημάδια, χωρίς εκείνο το λεπτό που θα ήθελες για να προλάβεις να καταλάβεις τι έρχεται. Για τον Θάνο Βουλή, η αλλαγή ήρθε μια Πέμπτη Σεπτεμβρίου το 2021. Μια συνηθισμένη Πέμπτη. Όχι μέρα ξεχωριστή, όχι μέρα που θα έγραφες στο ημερολόγιο.
Μια μέρα που ξεκίνησε με δουλειά, συνεχίστηκε με τους γνωστούς ρυθμούς και τελείωσε με μια διαδρομή στη Λεωφόρο Μαραθώνος. Τίποτα από αυτά δεν προμήνυε πως λίγα λεπτά αργότερα η ζωή του θα κρεμόταν από μια κλωστή.
Το μπλε Saxo του, έγινε μέσα σε μια στιγμή μια στριμωγμένη μάζα από μέταλλο, όταν ένα αυτοκίνητο μπήκε στην πορεία του. Τζάμια και φώτα που θα έσβηναν πιο γρήγορα από όσο θα μπορούσε να φανταστεί. Ο Θάνος δεν θυμάται τους ήχους. Δεν θυμάται το χτύπημα, ούτε τα χέρια που έσπευσαν να τον βοηθήσουν. Δεν θυμάται τίποτα από εκείνο το βράδυ. Θυμάται μόνο το μετά. Κι αυτό το «μετά» κράτησε ενάμιση μήνα σιωπής στη ΜΕΘ.
Όταν ξύπνησε στο νοσοκομείο, δεν ήξερε πού βρίσκεται, δεν ήξερε τι έχει συμβεί, δεν ήξερε καν ότι έχει χάσει το δεξί του χέρι. Για λίγα λεπτά, ίσως και ώρες, η αίσθηση του κόσμου ήταν ένα θολό μισό. Όμως, εκεί, ανάμεσα σε ορούς, μηχανήματα και βλέμματα που προσπαθούσαν να του πουν την αλήθεια με τρόπο, ο Θάνος συνειδητοποίησε κάτι που θα καθόριζε ό,τι θα ακολουθούσε, ότι ζούσε. Και αυτό, όπως λέει σήμερα, ήταν η πρώτη και πιο σημαντική νίκη του.
Όσα συνέβησαν μετά, δεν χωράνε στο κλισέ της «επιστροφής». Δεν ταιριάζουν στη στενή έννοια της «αποκατάστασης». Ο Θάνος δεν ήθελε απλώς να σταθεί ξανά όρθιος, ήθελε να αλλάξει ρότα, να επαναπροσδιορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ζούσε. Και το έκανε με τρόπο που δείχνει πως η επιμονή δεν είναι ιδιότητα, αλλά επιλογή που ανανεώνεις καθημερινά.
Ξεκίνησε από την αρχή: με τεχνητό χέρι, με ψυχραιμία που δύσκολα χωρά σε άνθρωπο που πέρασε όσα πέρασε, με μια περίεργη, σχεδόν ηχηρή ανάγκη να μην αφήσει τίποτα στη μέση. Έψαξε τρόπους να ξαναχτίσει τη ζωή του χωρίς να κρύβει ούτε για μια στιγμή τις δυσκολίες της νέας πραγματικότητας. Γιατί, όπως λέει ο ίδιος, «ναι, είναι δύσκολο, αλλά όχι αρκετά δύσκολο ώστε να σταματήσω».
Και ίσως το πιο απίθανο απ’ όλα. Δεν άφησε ποτέ πίσω του τα αυτοκίνητα. «Τρελαμένος» με τον μηχανοκίνητο αθλητισμό από ανήλικο παιδί. Δεν τα φοβήθηκε, δεν τα αρνήθηκε, δεν τους γύρισε την πλάτη. Αντίθετα, αποφάσισε να προσπαθήσει να επιστρέψει εκεί που άφησε το κομμάτι της ζωής του που τον έκανε να νιώθει ελεύθερος. Συνομίλησε με την FIA (Διεθνής Ομοσπονδία Αυτοκινήτων) , έθεσε τις βάσεις για προσαρμοσμένο αγωνιστικό αυτοκίνητο και έβαλε στόχο να ξανατρέξει. Να μπει πάλι στην πίστα, με ένα αυτοκίνητο ίδιο. Όχι από μαζοχισμό. Από ανάγκη να αποδείξει στον εαυτό του ότι τίποτα δεν έμεινε στη μέση.
Ο Θάνος Βουλής δεν είναι ο άνθρωπος που «στάθηκε τυχερός». Δεν είναι η ιστορία ενός τραύματος, ούτε η μονοδιάστατη αφήγηση μιας απώλειας. Είναι η σπάνια περίπτωση ενός ανθρώπου που αποφάσισε, με αφοπλιστική καθαρότητα, ότι η ζωή δεν ξεκινά μετά από ένα τέτοιο χτύπημα , συνεχίζεται. Και συνεχίζεται με τον τρόπο που την επιλέγεις.
Σε αυτή τη συνέντευξη, μιλάμε για όλα. Για τη νύχτα που δεν θυμάται, αλλά που τον άλλαξε για πάντα. Για την πρώτη φορά που είδε το σώμα του όπως ήταν πια. Για τη στιγμή που κατάλαβε ότι δεν υπάρχει «επιστροφή», παρά μόνο «συνέχεια». Για το νέο του ξεκίνημα στον χώρο του Bodybuilding. Μιλάμε για τον φόβο, την οργή, την άρνηση, την προσαρμογή. Για τις μικρές νίκες της καθημερινότητας και τις μεγάλες αποφάσεις που τον έφεραν μέχρι εδώ. Και τελικά, για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να χάσει το ένα του χέρι ,και να αποκτήσει, ταυτόχρονα, μια νέα ζωή.
Το μικρόβιο του μηχανοκίνητου αθλητισμού
Αν τον ρωτήσεις τι σημαίνει για εκείνον ο μηχανοκίνητος αθλητισμός, δεν θα σκεφτεί πολύ. «Με μία λέξη; Πάθος», θα σου πει. Ένα πάθος που δεν ξεκίνησε τυχαία, αλλά ρίζωσε από πολύ νωρίς, όταν ο πατέρας του τον έπιανε από το χέρι και τον έσερνε σε Ράλι Ακρόπολις, σε πίστες καρτ, σε κάθε θορυβώδες σημείο όπου η μυρωδιά της βενζίνης γινόταν τρόπος ζωής. Με μικρή διαφορά ηλικίας, ο πατέρας του δεν ήταν απλώς συνοδός, ήταν συμπαίκτης, οδηγός, συνοδηγός, καθοδηγητής. «Από τριών-τεσσάρων με πήγαινε παντού… ήταν μαζί μου σε όλα», λέει.
Το πρώτο καρτ ήρθε στα εννιά του. Ένα δίχρονο, μικρό, που για εκείνον ήταν ολόκληρος κόσμος. Λίγα χρόνια αργότερα, συμμετείχε ήδη πρωταθληματικά. Στα δώδεκα, είχε κιόλας ανέβει στην κορυφή. Πρωταθλητής στην κατηγορία Junior. Δεν ήταν απλώς ταλέντο, ήταν παιδί που μεγάλωνε μέσα σε πίστες, με το κράνος πιο οικείο από την σχολική τσάντα.
Μεγαλώνοντας, οι πίστες έγιναν αναβάσεις. Είχε μεγαλώσει βλέποντας παγκόσμιο πρωτάθλημα ράλι, είχε αποστηθίσει ήχους, στροφές, μάρκες και οδηγούς, όμως στην Ελλάδα, το να κυνηγήσεις μια καριέρα σε διεθνές επίπεδο είναι δύσκολο, σχεδόν απαγορευτικό. Έτσι, όταν ενηλικιώθηκε, στράφηκε στις αναβάσεις αυτοκινήτου. Η πρώτη ήρθε στα είκοσί του. Η δεύτερη, δύο χρόνια μετά, τον βρήκε ήδη στο βάθρο. Δεύτερη θέση στην Ανάβαση Διονύσου.
Από εκεί άρχισε να χτίζει το δικό του αυτοκίνητο . ένα όνειρο που διακόπηκε προσωρινά από την πανδημία και το ατύχημα, αλλά ποτέ δεν ξεχάστηκε. Γιατί αυτό που τον κρατάει δεμένο με τις αναβάσεις δεν είναι ένα απλό χόμπι. Είναι το κυνήγι. Το κυνήγι των δέκατων του δευτερολέπτου. Η ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος καθυστερεί λίγο, ανοίγει ένα κενό, και μέσα σε αυτό το κενό η ταχύτητα γίνεται τρόπος ύπαρξης.
«Αυτό με γοήτευσε πάντα», λέει. «Η αδρεναλίνη. Το ότι κυνηγάς κάτι που δεν βλέπεις, μόνο το νιώθεις».
Έτσι μπήκε το μικρόβιο μέσα του. Και ποτέ δεν βγήκε.
Η νύχτα που κρέμασε τη ζωή του από μία κλωστή
Η νύχτα του τροχαίου στη Λεωφόρο Μαραθώνος δεν είχε τίποτα το «αγωνιστικό» μέσα της. Δεν είχε κράνη, δεν είχε χρονομετρήσεις. Μόνο ένα πολιτικό, κανονικά ασφαλισμένο αυτοκίνητο και έναν άνθρωπο που γύριζε σπίτι του. «Όχι, όχι… δεν ήμουν με το αγωνιστικό. Με το πολιτικό ήμουν», ξεκαθαρίζει από την αρχή, γνωρίζοντας καλά πόσα είχαν ειπωθεί και γραφτεί τις μέρες που ακολούθησαν.
Η μάρκα του αυτοκινήτου , ένα Citroën Saxo , στάθηκε αρκετή για να δημιουργήσει έναν ολόκληρο λαϊκισμό γύρω από το όνομα και την ιστορία του. «Έλεγαν το μακρύ τους και το κοντό τους ότι έκανα αγώνες… ενώ απλά έτυχε να είναι ίδιο μοντέλο με αυτό που έτρεχα στις αναβάσεις». Η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ διαφορετική. Εκείνο το βράδυ δεν υπήρχε ταχύτητα, δεν υπήρχε επίδειξη, δεν υπήρχε ρίσκο: «Κινούμουν με 60 χιλιόμετρα, το όριο είναι 70. Δεν είχα πιει, οι εξετάσεις το έδειξαν. Ήμουν νηφάλιος».
Κι όμως…
Κάποιος, όπως λέει, «αποφάσισε ότι βιάζεται». Από ένα σημείο όπου η ορατότητα είναι σχεδόν μηδενική , ένα έργο που είχε γίνει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες «με προχειρότητα και βιασύνη», με ένα STOP κρυμμένο πίσω από στάση λεωφορείου , ένα αυτοκίνητο πετάχτηκε ξαφνικά στη Μαραθώνος. Εκείνος, με εμπειρία χρόνων στην οδήγηση και στο αγωνιστικό ένστικτο, έκανε ό,τι θα έκανε κάθε οδηγός που ξέρει να ελέγχει το όχημά του. Απέφυγε τη σύγκρουση.
«Για να μην πέσω πίσω του, τράβηξα απότομη τιμονιά. Έριξα το αυτοκίνητο πάνω σε κάγκελα. Δεν υπήρξε σύγκρουση με άλλο όχημα».
Κι όμως, η ζωή του άλλαξε εκεί, σε εκείνη την κίνηση, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο που δεν χωράει λογική.
Δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως θα ζούσε κάτι τέτοιο. Στο μυαλό του, αν συνέβαινε ποτέ ένα σοβαρό ατύχημα, θα ήταν δική του ευθύνη. «Πίστευα ότι, αν πάθω κάτι, θα το έχω κάνει εγώ. Κι όμως… έγινε χωρίς να φταίω. Κάποιος δεν μπορούσε να περιμένει ένα λεπτό».
Η εντατική: ανάμεσα σε όνειρα, φως και σκοτάδι
Όσα ακολούθησαν μοιάζουν περισσότερο με σκηνικό ταινίας παρά με συνειδητές μνήμες. Έναμιση μήνα στην εντατική. Ένα σώμα που παλεύει και ένα μυαλό που ταξιδεύει. «Το έζησα σαν παραμυθάκι… σαν ταινία», λέει. Είδε ξανά μπροστά του τις ωραιότερες στιγμές της ζωής του ,αγώνες, εικόνες, πρόσωπα, μέρες που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω. «Έβλεπα πράγματα που συμβαίνουν σιγά σιγά στο σήμερα, χωρίς να το επιδιώκω, όσο τρελό κι αν ακούγεται».
Κάποια στιγμή άρχισε να ξυπνάει. Ή έτσι νόμιζε. Ήθελε να ανοίξει τα μάτια και δεν μπορούσε. Όταν τα άνοιγε, τον ξανακοίμιζαν. Όταν τελικά ξύπνησε πραγματικά, προσπαθούσε να καταλάβει πού βρίσκεται και γιατί. Του είπαν ότι τράκαρε. Δεν θυμόταν τίποτα. Ούτε στιγμή. Ούτε εικόνα.
Το πιο συγκλονιστικό όμως ήρθε λίγο αργότερα. Για μέρες, ίσως εβδομάδες, μιλούσε, ρωτούσε, προσπαθούσε να καταλάβει την κατάστασή του χωρίς να έχει γυρίσει το κεφάλι του δεξιά. Το σώμα του ήξερε, το μυαλό του όχι. Μέχρι που μια μέρα ένιωσε ένα έντονο μούδιασμα στο δεξί του χέρι. Ή μάλλον… στο δεξί του κολόβωμα , «έτσι λέγεται το σημείο που μένει μετά από ακρωτηριασμό», εξηγεί, με έναν τρόπο σχεδόν κλινικά ψύχραιμο.
Ο πατέρας του, δίπλα, προσπαθούσε να τον αποτρέψει να κοιτάξει. Αλλά γύρισε.
«Και τότε είπα: “Πού είναι το χέρι μου;”».
Εκείνη ήταν η στιγμή που κατάλαβε.
Το βίντεο: ο θυμός, ο πόνος, η αποδοχή
Υπάρχει βίντεο από τα πρώτα δευτερόλεπτα μετά το ατύχημα. Τραβηγμένο από την απέναντι πλευρά. Και αυτό το βίντεο κουβαλάει έναν άλλο πόνο , διαφορετικό από τον σωματικό. «Υπήρχε ένας άνθρωπος που, όσο ήμουν αιμόφυρτος κάτω, με τραβούσε από το απέναντι πεζοδρόμιο. Τραβούσε έναν ετοιμοθάνατο άνθρωπο για να τον καταγράψει».
Όχι για να βοηθήσει. Για να τραβήξει. Για να «έχει πλάνο».
«Γι’ αυτόν έχω τον μεγαλύτερο θυμό», λέει χωρίς δεύτερη σκέψη. Και παρ’ όλα αυτά… με τον καιρό, το ίδιο αυτό βίντεο έγινε κομμάτι της δύναμής του. Όποτε νιώθει ότι λυγίζει, το βλέπει. «Λέω: ήσουν έτσι, και την πάλεψες. Άρα μπορείς να καταφέρεις τα πάντα, με τη βοήθεια του Θεού».
Ο άνθρωπος που προκάλεσε το ατύχημα; Δεν εμφανίστηκε ποτέ. Δεν σταμάτησε. Δεν ρώτησε. Δεν γύρισε. «Φαίνεται από την κάμερα… απλά συνεχίζει τη πορεία του. Κι εγώ από πίσω γίνομαι σμπαράλια».
Τον βρήκαν τυχαία άνθρωποι που περνούσαν από εκεί. Άνθρωποι που δεν τον ήξεραν. Που απλώς πήγαιναν σπίτι.
Η επόμενη μέρα
Οι πρώτες μέρες στο σπίτι, μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, δεν ήταν απλές. Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι «επειδή είμαι χριστιανός, δεν μου επέτρεψα να απελπιστώ», όμως δεν κρύβει ότι πέρασε από στιγμές σκοτεινές. Η αγωνία δεν αφορούσε τη ζωή του γενικά, αλλά τη ζωή που είχε ζήσει μέχρι τότε, εκείνη που τον όριζε.
«Υπήρξαν στιγμές που είπα ότι τελείωσαν τα πάντα όσον αφορά τον μηχανοκίνητο. «Αυτό με έκαιγε», παραδέχεται. Το σοκ του ακρωτηριασμού δεν τον έκανε να ντραπεί, δεν έκρυψε ποτέ το σώμα του, ούτε απέφυγε τις βόλτες του. Το μόνο ερώτημα που τον βασάνιζε ήταν διαφορετικό. «Πώς θα καταφέρω να αγωνιστώ ξανά;»
Η τεχνολογία ήρθε να του αλλάξει ξανά τη ζωή, αυτή τη φορά προς το καλύτερο. Δεν είχε ιδέα ότι τα τεχνητά μέλη είχαν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο. «Απροσδόκητα όμορφο ήταν το πόσο έχει προχωρήσει η τεχνολογία», λέει. Μέχρι το ατύχημα αγνοούσε εντελώς την ύπαρξή τους, μέσα σε λίγους μήνες βρέθηκε να χειρίζεται ένα εξελιγμένο βιονικό μέλος, με λειτουργίες που ούτε μπορούσε να φανταστεί.
Ο πατέρας του ήταν εκείνος που έψαξε, βρήκε εταιρείες στην Αμερική, έκανε όλη τη δουλειά που χρειαζόταν. Το κόστος ήταν τεράστιο, «αν δεν είχα ιδιωτική ασφάλεια, δεν θα είχε καλυφθεί ποτέ», ομολογεί. Το σύστημα τού επιτρέπει να διαχειρίζεται κινήσεις, λαβές, γωνίες, ακόμα και μέσα από εφαρμογή κινητού. «Ξαναγεννήθηκα. Έμαθα να χειρίζομαι ένα καινούργιο μέλος από το μηδέν», λέει με έναν τόνο που δεν κρύβει θαυμασμό.
Η καθημερινότητά του άλλαξε, σίγουρα δυσκόλεψε, αλλά δεν σταμάτησε. Το πιο δύσκολο κομμάτι, όπως εξηγεί, δεν ήταν λειτουργικό, αλλά κοινωνικό. Τα βλέμματα στον δρόμο, η αμηχανία, η περιέργεια. «Η αδιακρισία έχει ξεπεράσει το όριο», λέει χωρίς οργή. Και συμπληρώνει ότι προσπαθεί να μην το μεταφράζει ως έλλειψη σεβασμού, αλλά ως αδυναμία μιας μικρής χώρας να συνηθίσει ακόμη τέτοιες εικόνες.
Η Μεταμόρφωση και η Επιστροφή
Ο τελευταίος χρόνος βρήκε τον ίδιο σε ένα νέο μονοπάτι, πολύ διαφορετικό από τα βουνά των αναβάσεων. Η είσοδος στο bodybuilding δεν ήταν πολυτέλεια, ήταν ανάγκη. «Ήταν επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσω φυσικοθεραπείες και μετά ενδυνάμωση», λέει. Ήθελε πρώτα να καταλάβει το ίδιο του το σώμα μετά το ατύχημα: πού είχε χτυπήσει, τι είχε αλλάξει, ποιοι μύες δούλευαν και ποιοι όχι.
Η ανατομία έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς του. Έψαχνε όρους, διάβαζε για λειτουργίες, μάθαινε το σώμα του από την αρχή. Μετά τις φυσικοθεραπείες, η ενδυνάμωση ήρθε σχεδόν φυσικά , όχι από φιλοδοξία, αλλά από ανάγκη. Είχε πάρει αρκετά κιλά όσο έμενε στο σπίτι και μια σκολίωση, αποτέλεσμα της απώλειας του άκρου, τον ανάγκασε να αντιμετωπίσει πιο σοβαρά τη γυμναστική.
Όσο περνούσε ο καιρός, όμως, κάτι άλλαζε. Το σώμα άρχισε να ανταποκρίνεται, η εικόνα του στον καθρέφτη να μεταμορφώνεται. «Αυξανόταν η αυτοπεποίθησή μου», θυμάται. Και από το 2024 και μετά, η γυμναστική έπαψε να είναι απλώς αποκατάσταση. Έγινε πάθος , ένα πάθος που τον έφερε φέτος πιο ενεργά στον χώρο του bodybuilding. Σαν θεατής αρχικά, δειλά-δειλά ως μέλος της κοινότητας έπειτα. Ώσπου βρήκε προπονητή, τον Σεραφείμ Παφλιά, ο οποίος πίστεψε ότι μπορούν να πάνε μαζί μέχρι και σε αγώνες.
Η πρώτη σπίθα, ωστόσο, είχε ανάψει νωρίτερα, μέσα στο σπίτι του, όταν ακόμη ανάρρωνε. Ένας Γάλλος bodybuilder, με ακριβώς τον ίδιο ακρωτηριασμό, έγινε πρότυπο. «Τον είδα, εμπνεύστηκα και είπα: θα γίνω έτσι». Και άρχισε.
Όσο όμως κι αν τον κέρδισε ο κόσμος του γυμναστηρίου, η μεγάλη του καψούρα δεν έσβησε ποτέ. «Εννοείται ότι θέλω να γυρίσω στο μηχανοκίνητο», λέει χωρίς δεύτερη σκέψη. Έχει ήδη μιλήσει με την Ομοσπονδία, ξέρει τι επιτρέπεται και τι όχι. Το τεχνητό μέλος απαγορεύεται στους αγώνες δρόμου, αλλά υπάρχει ένα «παραθυράκι»: η δυνατότητα να τοποθετηθεί ο λεβιές των ταχυτήτων πίσω από το τιμόνι. Μένει, βέβαια, το μεγαλύτερο εμπόδιο: το οικονομικό. «Είμαι στην αναζήτηση υποστηρικτών για να μπορέσω να επιστρέψω. Είναι πολύ δαπανηρό σπορ».
Στην προσπάθειά του αυτή, η έμπνευση δεν έρχεται μόνο από το παρελθόν, αλλά και από έναν άνθρωπο που έχει γράψει τη δική του ιστορία: τον Στράτο Σταματάκη, οδηγό ράλι από το Ηράκλειο Κρήτης, επίσης με τεχνητό μέλος. «Μίλησα μαζί του και μου έδωσε μεγάλη έμπνευση», λέει, κι ακούγεται σαν να τον ενθάρρυνε όχι απλώς με λόγια, αλλά με το παράδειγμα της ίδιας του της ζωής.
Κάπου εκεί ανάμεσα στο bodybuilding και τις αναβάσεις, γεννιέται και το δικό του δίλημμα. Στο αστείο ερώτημα «Bodybuilding ή μηχανοκίνητος;», γελά, αλλά η απάντηση είναι ειλικρινής: «1% παραπάνω μηχανοκίνητος, αλλά με το bodybuilding ανακάλυψα νέες πτυχές του εαυτού μου».
Οι στόχοι του πλέον δεν περιορίζονται στην προσωπική του πορεία. Τελειώνει τη σχολή προπονητικής και έχει ήδη στο μυαλό του το επόμενο βήμα: «Έχω σκοπό να ανοίξω τον δικό μου χώρο γυμναστικής, και για άτομα με ειδικές ανάγκες».
Κι όταν του ζητώ να γυρίσει πίσω, πριν το ατύχημα, να μιλήσει στον τότε εαυτό του, το σκέφτεται μόνο για μια στιγμή:
«Να μην σκέφτεται τόσο πολύ και να πράττει.»
Ίσως γιατί η ζωή, από εκείνη τη νύχτα και μετά, του απέδειξε ότι η πράξη είναι πάντα δυνατότερη από τον φόβο.