Διαλειμματική νηστεία: Μύθος τα θεαματικά αποτελέσματα, λέει μελέτη
Μεγάλη διεθνής ανασκόπηση αμφισβητεί το πλεονέκτημα της διαλειμματικής νηστείας.
Η διαλειμματική νηστεία είναι μία από τις πιο δημοφιλείς τάσεις αδυνατίσματος. Από μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέχρι βιβλία ευεξίας, προβάλλεται συχνά ως «έξυπνη» στρατηγική που υπόσχεται γρήγορη απώλεια βάρους και βελτίωση του μεταβολισμού. Ωστόσο, μια μεγάλη νέα ανασκόπηση από τον διεθνή οργανισμό Cochrane έρχεται να καταρρίψει αυτούς τους ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι τα οφέλη της ίσως δεν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνα μιας κλασικής δίαιτας.
Όπως αναφέρεται στο SciTechDaily, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η παχυσαρκία παραμένει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον World Health Organization, τα ποσοστά παχυσαρκίας στους ενήλικες έχουν υπερτριπλασιαστεί από το 1975. Μόνο το 2022, περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ενήλικες ήταν υπέρβαροι, εκ των οποίων σχεδόν 890 εκατομμύρια ζούσαν με παχυσαρκία.
Με αυτά ως δεδομένα, η διαλειμματική νηστεία κέρδισε έδαφος ως εναλλακτική προσέγγιση. Αντί να εστιάζει αποκλειστικά στο «τι» τρώμε, επικεντρώνεται στο «πότε» τρώμε. Δημοφιλείς εκδοχές περιλαμβάνουν τη νηστεία μέρα παρά μέρα, την περιοδική νηστεία ορισμένων ημερών την εβδομάδα και τη χρονικά περιορισμένη σίτιση, όπου τα γεύματα καταναλώνονται μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο κάθε ημέρας. Οι υποστηρικτές της υποστηρίζουν ότι η μέθοδος αυτή ενεργοποιεί μηχανισμούς καύσης λίπους και βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη.
Τι εξέτασε η μεγάλη ανασκόπηση
Η νέα ανασκόπηση επιχείρησε να εξετάσει αν οι ισχυρισμοί αυτοί επιβεβαιώνονται από τα δεδομένα. Οι ερευνητές ανέλυσαν 22 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές με συνολικά 1.995 ενήλικες από τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, την Κίνα, την Αυστραλία και τη Νότια Αμερική. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για διάστημα έως ενός έτους. Οι συγκρίσεις έγιναν ανάμεσα σε διαφορετικά σχήματα διαλειμματικής νηστείας και σε πιο παραδοσιακές διατροφικές οδηγίες ή ακόμη και σε απουσία συγκεκριμένης παρέμβασης.
Το βασικό συμπέρασμα ήταν ότι η διαλειμματική νηστεία δεν οδήγησε σε κλινικά σημαντικά μεγαλύτερη απώλεια βάρους σε σχέση με τις κλασικές συστάσεις. Με απλά λόγια, δεν φάνηκε να υπερέχει. Οι διαφορές στο βάρος ήταν μικρές και δεν θεωρούνται ουσιαστικές από ιατρική άποψη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μέθοδος δεν λειτουργεί καθόλου, αλλά ότι δεν προσφέρει το «μοναδικό πλεονέκτημα» που συχνά προβάλλεται.
Περιορισμοί και αναπάντητα ερωτήματα
Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν σημαντικούς περιορισμούς. Πολλές από τις μελέτες ήταν μικρές, ενώ η καταγραφή πιθανών παρενεργειών δεν ήταν ομοιόμορφη. Σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρθηκαν πονοκέφαλοι, κόπωση ή ευερεθιστότητα, αλλά τα δεδομένα δεν επαρκούν για ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια. Επιπλέον, λίγες μελέτες ξεπέρασαν τον έναν χρόνο παρακολούθησης, γεγονός που περιορίζει την κατανόηση των επιδράσεων σε βάθος χρόνου.
Ο επικεφαλής συγγραφέας της ανασκόπησης, από το Universidad Hospital Italiano de Buenos Aires Cochrane Associate Centre, τόνισε ότι ο ενθουσιασμός που κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν στηρίζεται πλήρως στην επιστημονική τεκμηρίωση. Αν και η διαλειμματική νηστεία μπορεί να αποτελεί μια αποδεκτή επιλογή για ορισμένους ανθρώπους, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δικαιολογούν την εικόνα «μαγικής λύσης», όπως συχνά παρουσιάζεται.
Το κλειδί η εξατομικευμένη παρέμβαση και όχι οι γρήγορες λύσεις
Το βασικό μήνυμα των ερευνητών είναι ότι η παχυσαρκία αποτελεί χρόνια νόσο και απαιτεί μακροπρόθεσμες, εξατομικευμένες στρατηγικές. Καμία διατροφική μέθοδος δεν φαίνεται να προσφέρει εύκολη και καθολική λύση. Οι ειδικοί καλούνται να αξιολογούν κάθε περίπτωση ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες, τις προτιμήσεις και το ιατρικό ιστορικό του κάθε ατόμου. Σε έναν χώρο όπου οι τάσεις διαδέχονται η μία την άλλη, τα δεδομένα υπενθυμίζουν ότι η επιστημονική τεκμηρίωση παραμένει ο πιο ασφαλής οδηγός.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο Cochrane Database of Systematic Reviews.