Έγγραφα Έπσταϊν: Στη φόρα νέα αρχεία από το FBI που «καίνε» τον Τραμπ - Αντιδρά ο Λευκός Οίκος
Το FBI πραγματοποίησε τέσσερις διαδοχικές συνεντεύξεις με μια γυναίκα υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος της επιτέθηκε σεξουαλικά.
Έγγραφα του FBI που περιλαμβάνουν καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση σε βάρος του Ντόναλντ Τραμπ και τα οποία απουσίαζαν από την αρχική δημοσιοποίηση των αρχείων του Τζέφρι Έπστϊν, έδωσε τελικά στη δημοσιότητα το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών, έπειτα από έντονες αντιδράσεις και δημοσιεύματα που επέκριναν την απουσία τους.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου, τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν χαρακτηριστεί εσφαλμένα ως «αντίγραφα», γεγονός που εμπόδιζε την εμφάνισή τους στη δημόσια βάση δεδομένων, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του Reuters. Μετά τη διόρθωση του λάθους, δημοσιοποιήθηκαν και περιλαμβάνουν σημειώσεις και απομαγνητοφωνήσεις από τρεις ξεχωριστές συνεντεύξεις πρακτόρων του FBI με γυναίκα που υποστηρίζει ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης τόσο από τον Έπσταϊν όσο και από τον Τραμπ.
Ο Τραμπ έχει απορρίψει κατηγορηματικά κάθε παράνομη ενέργεια, υποστηρίζοντας ότι τα αρχεία Έπσταϊν ουσιαστικά τον αθωώνουν. Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, χαρακτήρισε τις κατηγορίες «απολύτως αβάσιμες» και «χωρίς καμία αξιόπιστη τεκμηρίωση», επιχειρώντας παράλληλα να υποβαθμίσει τη μαρτυρία, κάνοντας λόγο για «μια θλιβερά διαταραγμένη γυναίκα με εκτεταμένο ποινικό μητρώο».
Οι καταγγελίες της γυναίκας
Η γυναίκα, από τη Νότια Καρολίνα, κατέθεσε στις Αρχές μετά τη σύλληψη του Έπσταϊν το 2019. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο χρηματιστής την κακοποίησε στο Hilton Head Island όταν εκείνη ήταν μόλις 13 ετών, γύρω στο 1984.
Το FBI πραγματοποίησε τέσσερις διαδοχικές συνεντεύξεις μαζί της το 2019, στις 24 Ιουλίου, 7 Αυγούστου, 20 Αυγούστου και 16 Οκτωβρίου. Οι καταθέσεις αυτές αποκαλύφθηκαν στο πλαίσιο των αποδεικτικών στοιχείων στη δίκη της Γκισλέιν Μάξγουελ, στενής συνεργάτιδας και πρώην συντρόφου του Έπσταϊν, η οποία έχει καταδικαστεί για τη συμμετοχή της στο κύκλωμα εκμετάλλευσης ανηλίκων.
Στη δεύτερη συνέντευξη, η γυναίκα περιέγραψε επιπλέον περιστατικά κακοποίησης, τόσο από τον Έπσταϊν όσο και από συνεργάτες του. Όπως ισχυρίστηκε, όταν ήταν μεταξύ 13 και 15 ετών, ο χρηματιστής την μετέφερε είτε στη Νέα Υόρκη είτε στο Νιου Τζέρσεϊ, σε ένα «πολύ ψηλό κτίριο με μεγάλα δωμάτια». Εκεί, σύμφωνα με την ίδια, της σύστησε τον Τραμπ.
Η γυναίκα υποστήριξε ότι ο Τραμπ ζήτησε από τους υπόλοιπους να αποχωρήσουν από το δωμάτιο και προχώρησε σε σεξουαλική επίθεση. Σύμφωνα με τα σημειώματα των πρακτόρων, η ίδια ανέφερε ότι αντέδρασε δαγκώνοντάς τον, γεγονός που – όπως είπε – προκάλεσε βίαιη αντίδραση και την απομάκρυνσή της από τον χώρο.
Απειλές και αδιευκρίνιστη εξέλιξη της έρευνας
Κατά την τρίτη συνέντευξη, περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα, η γυναίκα ανέφερε ότι δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα, τα οποία πίστευε ότι συνδέονταν με τον Έπσταϊν ή τον Τραμπ. Παράλληλα ισχυρίστηκε ότι είχε δεχθεί και απόπειρες εκφοβισμού στον δρόμο, με οδηγούς να επιχειρούν να την εκτρέψουν από την πορεία της.
Στην τέταρτη συνάντηση με τους πράκτορες, περίπου δύο μήνες αργότερα, εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο και δήλωσε ότι ένιωθε άβολα με την ηχογράφηση της συνομιλίας. Ρώτησε μάλιστα τους πράκτορες «ποιο είναι το νόημα» να συνεχίσει την καταγγελία, δεδομένου ότι η προθεσμία παραγραφής πιθανότατα είχε παρέλθει. Οι πράκτορες την προέτρεψαν να επιστρέψει στο σπίτι της και να αποφασίσει αργότερα αν θα συνεχίσει να συνεργάζεται.
Δεν έχει διευκρινιστεί ποια ήταν τελικά η εξέλιξη της έρευνας. Σε εσωτερική αλληλογραφία πρακτόρων του FBI, η οποία περιλαμβάνεται στα έγγραφα, αναφέρεται ότι «ένα αναγνωρισμένο θύμα κατήγγειλε κακοποίηση από τον Τραμπ αλλά τελικά αρνήθηκε να συνεργαστεί», χωρίς όμως να είναι σαφές αν πρόκειται για την ίδια γυναίκα.
Παράλληλα, σε άλλη αγωγή κατά της περιουσίας του Έπσταϊν γίνεται αναφορά σε θύμα που υποστήριξε ότι ο χρηματοδότης την κακοποίησε στη Νότια Καρολίνα και την μετέφερε σε συγκεντρώσεις στη Νέα Υρκη με «επιφανείς και πλούσιους άνδρες». Στην υπόθεση αυτή, ωστόσο, δεν υπάρχει αναφορά στον Τραμπ.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έχει εξηγήσει ακόμη γιατί τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική δημοσιοποίηση των αρχείων. Την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσε πάντως ότι ξεκίνησε νέα επανεξέταση της διαδικασίας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ορισμένα έγγραφα είχαν επισημανθεί λανθασμένα κατά τον έλεγχο πριν από τη δημοσιοποίησή τους. Εφόσον εντοπιστούν αντίστοιχες περιπτώσεις, θα δοθούν επίσης στη δημοσιότητα.