«Φόρος Τέιλορ Σουίφτ»: Το νέο χαράτσι στις εξοχικές κατοικίες που προκαλεί αντιδράσεις
Η νέα εισφορά αναμένεται να επιβαρύνει όχι μόνο τους δισεκατομμυριούχους, αλλά και τους ιδιοκτήτες πολύ πιο μικρών παραθαλάσσιων κατοικιών.
Η νέα φορολογία στο Ρόουντ Άιλαντ στοχεύει τις πολυτελείς εξοχικές κατοικίες, όμως τελικά επηρεάζει και οικογένειες της μεσαίας τάξης που βλέπουν τους φόρους να εκτοξεύονται.
Το νέο φορολογικό μέτρο που τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιουλίου στο Ρόουντ Άιλαντ των ΗΠΑ έχει ήδη αποκτήσει το ανεπίσημο παρατσούκλι «φόρος Τέιλορ Σουίφτ», καθώς θεωρείται ότι πλήττει εύπορους ιδιοκτήτες εξοχικών κατοικιών, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την ποπ σταρ Τέιλορ Σουίφτ.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη, καθώς ο νέος φόρος δεν αφορά αποκλειστικά δισεκατομμυριούχους ή celebrities, αλλά και χιλιάδες οικογένειες που διαθέτουν παραθαλάσσιες εξοχικές κατοικίες, των οποίων η αξία έχει αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια.
Πώς λειτουργεί ο νέος φόρος
Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, οι ιδιοκτήτες δεύτερης κατοικίας που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της πολιτείας καλούνται να καταβάλουν 5 δολάρια για κάθε 1.000 δολάρια εκτιμώμενης αξίας του ακινήτου που υπερβαίνει το όριο του 1 εκατ. δολαρίων.
Το μέτρο εγκρίθηκε με στόχο να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων κατασκευής οικονομικά προσιτών κατοικιών, κυρίως σε ακριβές παραθαλάσσιες περιοχές όπως το Newport και το Little Compton.
Ο λογαριασμός για την Τέιλορ Σουίφτ
Η διάσημη τραγουδίστρια διαθέτει την εντυπωσιακή έπαυλη Holiday House στην περιοχή Watch Hill, ένα ακίνητο περίπου 1.180 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο αποτιμάται σήμερα κοντά στα 28 εκατ. δολάρια.
Με βάση τη νέα φορολογία, η ετήσια επιβάρυνσή της εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περίπου 136.000 δολάρια.
Η συγκεκριμένη κατοικία έχει γίνει πολλές φορές αντικείμενο δημοσιότητας, τόσο λόγω των πολυτελών πάρτι που φιλοξένησε με καλεσμένους προσωπικότητες όπως η Μπλέικ Λάιβλι και η Σελένα Γκόμεζ, όσο και επειδή αποτέλεσε έμπνευση για τραγούδι της Σουίφτ.
Οι μεγαλύτερες αντιδράσεις έρχονται από τη μεσαία τάξη
Παρά το παρατσούκλι του, οι πιο έντονες αντιδράσεις δεν προέρχονται από τους διάσημους ιδιοκτήτες, αλλά από οικογένειες που διατηρούν εξοχικά σπίτια εδώ και δεκαετίες.
Σε πολλές παραθαλάσσιες περιοχές, ακόμη και σχετικά μικρές κατοικίες εμφανίζουν σήμερα αξία πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, αποκλειστικά λόγω της εκτόξευσης των τιμών γης.
Περισσότεροι από 8.000 ιδιοκτήτες έχουν ήδη λάβει σχετικές ειδοποιήσεις, ενώ αρκετοί αναμένεται να δουν τον λογαριασμό του φόρου ακινήτων να αυξάνεται ακόμη και κατά 50%.
«Ίσως αναγκαστούμε να πουλήσουμε»
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 83χρονου Εντ Μπερκ, ο οποίος συνιδιοκτήτης ενός οικογενειακού εξοχικού στο Middletown που παραμένει στην οικογένεια σχεδόν έναν αιώνα.
Ο ίδιος υπολογίζει ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση θα φτάσει περίπου τις 34.000 δολάρια ετησίως, εκ των οποίων περίπου 6.500 δολάρια αποδίδονται στον νέο φόρο.
Όπως υποστηρίζει, το επιπλέον κόστος ενδέχεται να οδηγήσει την οικογένεια στην πώληση του ακινήτου, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιείται για μεγάλο μέρος του χρόνου από συγγενικά πρόσωπα.
Η υπόθεση οδηγείται στα δικαστήρια
Το νέο φορολογικό μέτρο αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαμάχης.
Η δικηγορική εταιρεία Hinckley Allen & Snyder φέρεται να προετοιμάζει συνταγματική προσφυγή εκ μέρους ιδιοκτητών, υποστηρίζοντας ότι η νέα φορολογία δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών ιδιοκτητών.
Ανάμεσα σε όσους εξετάζουν το ενδεχόμενο συμμετοχής βρίσκεται και η Ρεμπέκα Χολτ Πέιν, της οποίας η οικογένεια διατηρεί από τη δεκαετία του 1930 ένα παραθαλάσσιο εξοχικό στο Watch Hill. Αν και η κατοικία είναι παλιά και δεν μπορεί να ενοικιαστεί εύκολα λόγω έλλειψης βασικών υποδομών, η σημερινή αποτίμησή της φτάνει τα 6,4 εκατ. δολάρια, γεγονός που μεταφράζεται σε επιπλέον ετήσιο φόρο περίπου 27.000 δολαρίων.
Για πολλούς κατοίκους, ο λεγόμενος «φόρος Τέιλορ Σουίφτ» αποδεικνύεται τελικά ένας φόρος που δεν αφορά μόνο τις επαύλεις των celebrities, αλλά και οικογένειες που βλέπουν την αξία της γης να αυξάνεται πολύ περισσότερο από τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Πηγή: Jerusalem Post