Υπάρχει μια ιστορία που λέγεται συχνά για τον Gabriel García Márquez (πέθανε στις 17 Απριλίου 2014) και αν δεν είναι απολύτως ακριβής, είναι τουλάχιστον ενδεικτική για το ποιόν και τον τρόπο του σπουδαίου συγγραφέα. Κάπου έξω από την πόλη του Μεξικό οδηγεί το αυτοκίνητό του με την οικογένειά του, σταματάει απότομα, κάνει αναστροφή και λέει: «Βρήκα τον τόνο».
Επιστρέφει σπίτι, κλείνεται σε ένα δωμάτιο και αρχίζει να γράφει μανιωδώς. Αυτό που ψάχνει δεν είναι η ιστορία. Είναι η φωνή που θα την κάνει να μοιάζει μοναδική. Ο Gabo, όπως ήταν το παρατσούκλι του, δεν έψαχνε τι να πει, αλλά πώς να το πει, μια κληρονομιά που του άφησαν οι σπουδές δημοσιογραφίας.
Ο μαγικός ρεαλισμός
Ο Márquez μεγάλωσε μέσα σε μια αντίφαση που δεν προσπάθησε ποτέ να λύσει, αλλά την έκανε βάση της δουλειάς του. Παρατημένος από τους γονείς του, πέρασε τα πρώτα διαμορφωτικά χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά. Ο πρώτος του διηγείτο ιστορίες πολιτικής βίας όπως τη σφαγή των εργατών μπανάνας το 1928 που έμεινε στην ιστορία ως Matanza de las bananeras. Η δεύτερη τον νανούριζε με ιστορίες για πνεύματα, τη δύναμη των προαισθημάτων και ανεξήγητα φαινόμενα. Και κάπως έτσι, δημιουργήθηκε ένας νέος κόσμος που δεν διαχωρίζει το πραγματικό και φανταστικό, αλλά τα συνδυάζει σε μια ενιαία αφήγηση.
Στο Εκατό χρόνια μοναξιά, μια γυναίκα (Remedios, la bella) ανεβαίνει στον ουρανό ενώ απλώνει ρούχα. Δεν το παρουσιάζει ως θαύμα. Το αφήνει να συμβεί με την ίδια ουδετερότητα που θα περιέγραφε έναν λογαριασμό που έμεινε απλήρωτος. Δεν προσθέτει μαγεία στην πραγματικότητα. Αφαιρεί από την πραγματικότητα την ανάγκη να εξηγείται.
Η αιώνια μοναξιά και η Macondo
Στα βιβλία του Marquez, οι άνθρωποι είναι διαρκώς περιτριγυρισμένοι από άλλους και ταυτόχρονα απόλυτα μόνοι. Είναι κάτι σχεδόν φυσιολογικό. Η μοναξιά δεν είναι απουσία ανθρώπων, αλλά αδυναμία σύνδεσης με αυτούς. Και δεν σταματά εκεί. Αυτή η μοναξιά γίνεται γεωγραφία. Η αγαπημένη του Λατινική Αμερική εμφανίζεται σαν μια ήπειρος που προσπαθεί να εξηγήσει τον εαυτό της σε έναν κόσμο που την κοιτάει με λάθος τρόπο. Περιγράφει. Και μέσα από την περιγραφή, σε κάνει να καταλάβεις ότι η απομόνωση δεν είναι επιλογή — είναι αποτέλεσμα του πώς σε βλέπουν.
Η Macondo του Marquez είναι μια φανταστική πόλη, αλλά η αφήγηση δεν είναι γραμμική. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, η κοινωνία μαστίζεται από πόλεμο και εκμετάλλευση και ο παράδεισος καταρρέει αργά αλλά σταθερά. Ο χρόνος κυλάει σχεδόν εκδικητικά και ο Marquez σου δίνει κομμάτια από την ιστορία, αφήνει επίτηδες κενά και σε αναγκάζει να τα γεμίσεις. Είναι μια προσέγγιση μοναδική.
Κάποιος θα πεθάνει, αλλά πώς;
Μοναδική είναι και η διαχείριση της αγωνίας. Φερειπείν, σου λέει εξαρχής ότι κάποιος θα πεθάνει. Ούτε μυστήριο, ούτε τίποτα σουρεαλιστικό. Και όμως, η αγωνία κορυφώνεται από το «πότε» και το «πώς». Ξέρεις ότι το κακό έρχεται και κάθε λεπτομέρεια που διαβάζεις μπορεί να είναι ύποπτη. Κάθε μικρή σκηνή αποκτά βάρος. Σημαντικά γεγονότα μάλιστα συμβαίνουν «εκτός σκηνής». Οι χαρακτήρες δεν έχουν καν όνομα. Και όμως, αντί να σε απομακρύνει, σε τραβάει πιο μέσα. Είναι ένα «βρόμικο» κόλπο και ο Marquez το χρησιμοποίησε ξανά και ξανά για να σε κάνει να σε κάνει να διαβάσεις τα βιβλία του απνευστί.
‘Ενας επίμονος «ξυλουργός»
Ο Marquez ήταν ένα μεγάλο ταλέντο. Παιδί-θαύμα που εξελίχθηκε από ποιητής και δημοσιογράφος σε συγγραφέα. Ένας άνθρωπος με ανεξάντλητη έμπνευση. Ο ίδιος όμως γελούσε όταν τα άκουγε αυτά. Έλεγε ότι η λογοτεχνία είναι σαν την ξυλουργική. Δηλαδή: δουλειά, επανάληψη, διόρθωση και ούτω καθεξής. Έφτανε να ξαναγράφει το ίδιο κείμενο δεκάδες φορές. Δεν κυνηγούσε την πρώτη ιδέα αλλά κυνηγούσε τη σωστή εκδοχή της. Κάθε πρόταση ήταν σαν σανίδα που έπρεπε να κουμπώσει ακριβώς. Αν δεν ταίριαζε, την πέταγε. Δούλεψε με το μυαλό του σκληρά μέχρι να πετύχει το αποτέλεσμα που ήθελε. 17 χρόνια την πάλευε τη ρημάδα τη «μοναξιά».
Σίγουρα η δημοσιογραφία με την οποία ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία είχε καθοριστικό ρόλο στην πορεία του, πέρα από το γεγονός ότι την χρειάστηκε στις δύσκολες εποχές που έπρεπε να ζήσει την οικογένειά του. Πριν γίνει ο συγγραφέας που ξέρεις, ήταν ρεπόρτερ. Και αυτό φαίνεται παντού. Στην ακρίβεια των λεπτομερειών, στον τρόπο που χτίζει σκηνές, στην αίσθηση ότι πίσω από κάθε φανταστικό στοιχείο υπάρχει κάτι απολύτως πραγματικό. Δεν τον ενδιέφερε η προπαγάνδα. Τον ενδιέφερε να γράψει καλά. Αλλά μέσα από αυτό, κατάφερνε να αποκαλύπτει μια άλλη όψη της πραγματικότητας, αυτή που δεν χωράει σε τίτλους εφημερίδων.
Πρότυπο οι βαριές «υπογραφές»
Ο Gabo δεν έμεινε ποτέ κλεισμένος σε έναν λογοτεχνικό μικρόκοσμο. Στην Καρταχένα και την Μπαρανκίγια μπήκε με παρέες καλλιτεχνών, ανθρώπων που δοκίμαζαν, αμφισβητούσαν, έγραφαν σαν να μην υπήρχαν κανόνες. Εκεί άρχισε να μελετά τις βαριές «υπογραφές» όπως τον James Joyce, τη Virginia Woolf, τον William Faulkner και τον Ernest Hemingway — όχι σαν μαθητής που αντιγράφει, αλλά σαν κάποιος που επιλέγει τι του ταιριάζει και τι όχι. Έζησε στη Παρίσι, στη Μπογκοτά, στη Νέα Υόρκη, στο Μεξικό, στο χωριό, στην πόλη, μέχρι και σενάριο σπούδασε με την ελπίδα να δουλέψει στο Χόλιγουντ. Δεν έγιναν όλα τα όνειρα πραγματικότητα, ούτε ήρθαν όλα με τη μία. Το πάλεψε. Σε κάποια πέτυχε σε κάποια όχι.
Αν σίγουρα «ευτύχησε» σε κάτι, ήταν να πετύχει τη Λατινική Αμερική στην πιο δύσκολη περίοδό της. Αυτή με τα συνεχή πραξικοπήματα, τις επαναστάσεις, τη βία. Και η τελευταία μπόλιασε το έργο του, αλλά χωρίς ποτέ να έρθει στο προσκήνιο. Παρά τις αριστερές του απόψεις και ότι ήταν φίλος με σημαίνοντα πρόσωπα της ηπείρου όπως ο Φιντέλ Κάστρο, δεν έγραψε ποτέ μανιφέστα. Προτίμησε να «ζωγραφίσει» που έζησαν με απαγορεύσεις, φόβο, λογοκρισία. Ήταν μέρος του κόσμου που κατέρρεε. Έγραφε για την πολιτική στα μυθιστορήματά του, αλλά επέστρεφε στη δημοσιογραφία όταν ένιωθε ότι πρέπει να μιλήσει πιο άμεσα.
Ο Márquez δεν σου είπε ποτέ αλήθεια ή ψέματα, αλλά προσπάθησε να αλλάξει τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι την πραγματικότητα. Να δεχτείς ότι ο κόσμος δεν είναι τόσο λογικός όσο νομίζεις και ότι ίσως δεν χρειάζεται να είναι. Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να βλέπεις αλλιώς. Να αμφισβητείς το «φυσιολογικό». Να δέχεσαι το παράδοξο. Σε εκπαίδευσε να σκέφτεσαι μόνος σου. Και από τη στιγμή που το πέτυχε, δικαίως πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1982. Το «Εκατό χρόνια μοναξιά» ήταν όντως ένα σπουδαίο έργο, αλλά ο τρόπος του Marquez ήταν αυτός που τον έφτασε τόσο ψηλά.