Γιατί τα καβγαδάκια στη σχέση οδηγούν στο ποτό - Ο ρόλος της ζήλιας και της προσωπικότητας
Το αν θα πιεις μετά από καβγά μεταξύ συντρόφων εξαρτάται από την προσωπικότητα –και όχι από το φύλο– σύμφωνα με έρευνα.
Μία νέα μελέτη αναφέρει ότι το αλκοόλ μετά από έναν καβγά με τον/την σύντροφο οφείλεται στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και όχι στο φύλο. Αντί να εξετάζει αν κάποιος είναι άνδρας ή γυναίκα, δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο υιοθετεί «ανδρικά» χαρακτηριστικά παίζει καθοριστικό ρόλο στο αν θα στραφεί στο αλκοόλ μετά από έναν καβγά. Η κατανάλωση δεν εμφανίζεται ως συνήθεια, αλλά ως άμεση αντίδραση στα έντονα συναισθήματα που γεννά η σύγκρουση.
Τι ρόλο παίζει η προσωπικότητα στην κατανάλωση αλκοόλ
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα πρότυπα κατανάλωσης αλκοόλ αλλάζουν τα τελευταία χρόνια. Οι διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες μειώνονται, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες, ενώ οι γυναίκες φαίνεται να φτάνουν πιο γρήγορα στη φάση της εξάρτησης. Αυτό το πλαίσιο καθιστά ανεπαρκή την απλή βιολογική εξήγηση και ανοίγει τον δρόμο για πιο σύνθετες ερμηνείες, συνυπολογίζοντας ρόλους φύλου και συναισθηματικούς μηχανισμούς.
Η έννοια της «ανδρικής» και «γυναικείας» προσωπικότητας δεν συνδέεται απαραίτητα με το φύλο. Ένα άτομο οποιασδήποτε ταυτότητας μπορεί να έχει έντονα χαρακτηριστικά που θεωρούνται παραδοσιακά ανδρικά ή γυναικεία. Η μελέτη δείχνει αυτή ότι αυτά τα χαρακτηριστικά επηρεάζουν το πώς βιώνεται ένας καβγάς και κυρίως το πώς διαχειρίζεται κανείς το συναισθηματικό φορτίο που ακολουθεί.
Πώς τα συναισθήματα ενός καβγά οδηγούν στο ποτό
Οι συμμετέχοντες με τυπικά «ανδρικά» χαρακτηριστικά ανέφεραν πιο έντονα αρνητικά συναισθήματα μετά από έναν καβγά. Θυμός, αίσθημα αδυναμίας, μοναξιά και το συναίσθημα ότι δεν τους άκουσαν εμφανίζονται συχνότερα. Αυτή η ένταση φαίνεται να λειτουργεί ως καταλύτης για την κατανάλωση αλκοόλ, όχι για διασκέδαση, αλλά ως τρόπος εκτόνωσης ή αποφυγής. Αντίθετα, τα άτομα με έντονα «γυναικεία» χαρακτηριστικά δεν έδειξαν άμεση τάση να πίνουν μετά από σύγκρουση. Η συναισθηματική τους εμπειρία, όμως, ήταν πιο σύνθετη. Από τη μία πλευρά ένιωθαν κατανόηση και σύνδεση, από την άλλη εμφάνιζαν ευαλωτότητα, ντροπή ή ζήλια. Αυτά τα εσωτερικευμένα συναισθήματα μπορούν έμμεσα να οδηγήσουν στο αλκοόλ ως μέσο διαχείρισης της πίεσης.
Η ανάλυση έδειξε ότι τα αρνητικά συναισθήματα είναι ο βασικός παράγοντας που οδηγεί στην κατανάλωση αλκοόλ μετά από καβγά, ανεξάρτητα από την προσωπικότητα. Όσο πιο έντονα βιώνεται το άγχος, ο φόβος, η λύπη ή ο θυμός, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να πιει κάποιος και μάλιστα σε μεγαλύτερη ποσότητα. Από την άλλη πλευρά, τα θετικά συναισθήματα, αντίθετα, σπάνια συνδέθηκαν με αυξημένη κατανάλωση.
Γιατί η ζήλια ξεχωρίζει ως κοινός παράγοντας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο ρόλος της ζήλιας, η οποία φαίνεται να λειτουργεί ως κοινός «διακόπτης» για όλους. Είτε κάποιος έχει κυρίως ανδρικά είτε γυναικεία χαρακτηριστικά, η ζήλια μετά από έναν καβγά αυξάνει τις πιθανότητες κατανάλωσης αλκοόλ. Το εύρημα δείχνει ότι ορισμένα συναισθήματα, ανεξαρτήτως προσωπικότητας, έχουν ιδιαίτερη δύναμη στη συμπεριφορά.
Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα έχουν περιορισμούς. Βασίζονται σε αναμνήσεις και όχι σε καταγραφή τη στιγμή που συμβαίνουν τα γεγονότα, ενώ αφορούν άτομα που ήδη καταναλώνουν αλκοόλ. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη ανοίγει τη συζήτηση για το πώς οι ρόλοι και η συναισθηματική διαχείριση μπορούν να επηρεάσουν ανθυγιεινές συνήθειες μέσα στις σχέσεις.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο περιοδικό Journal of Social and Personal Relationships.