Η απιστία μοιάζει με έγκλημα - Τι αποκαλύπτει νέα μελέτη για το μυαλό των άπιστων
Νέα μελέτη δείχνει ότι οι δικαιολογίες και οι στρατηγικές της απιστίας θυμίζουν έντονα εκείνες του εγκλήματος.
Η απιστία δεν είναι απλώς προσωπικό «λάθος», αλλά μια μορφή συμπεριφοράς που μοιάζει με το έγκλημα. Παρότι είναι νόμιμη στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες, παράγει όφελος για τον δράστη, προκαλεί σοβαρή βλάβη στον αποδέκτη και συνοδεύεται από κίνδυνο κοινωνικής και προσωπικής κατάρρευσης. Αυτή η τριπλή ιδιότητα τη φέρνει κοντά σε πράξεις που η εγκληματολογία μελετά εδώ και δεκαετίες.
Τι κοινό έχει η απιστία με το έγκλημα
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, οι ερευνητές εξέτασαν το αν οι θεωρίες που εξηγούν γιατί κάποιος παρανομεί μπορούν να φωτίσουν και το πώς σκέφτονται όσοι απατούν. Η βασική υπόθεση ήταν ότι οι δικαιολογίες, οι φόβοι και οι στρατηγικές που περιγράφουν οι άπιστοι μοιάζουν εντυπωσιακά με εκείνες που χρησιμοποιούν άτομα που διαπράττουν αδικήματα. Στόχος της μελέτης δεν ήταν να ποινικοποιηθεί η απιστία, αλλά να εξεταστεί αν οι ψυχολογικοί μηχανισμοί είναι κοινοί.
Το υλικό της έρευνας προήλθε από διαδικτυακά φόρουμ, όπου χρήστες μιλούν ανώνυμα για την απιστία και τις συνέπειές της. Οι ερευνητές επέλεξαν μακροσκελείς αφηγήσεις, ώστε να έχουν βάθος και λεπτομέρεια. Το δείγμα περιλάμβανε κυρίως άνδρες, επιλογή που έγινε σκόπιμα για να προσεγγίσει τις διαφορές φύλου που εμφανίζονται συχνά και στα στατιστικά εγκληματικότητας.
Η πρώτη θεώρηση δείχνει ότι η απιστία συχνά λειτουργεί ως αντίδραση σε έντονη πίεση. Εργασιακό άγχος, οικονομικά προβλήματα ή οικογενειακές υποχρεώσεις εμφανίζονται ως αφετηρίες. Πολλοί συμμετέχοντες περιέγραφαν σχέσεις χωρίς οικειότητα ή σεξουαλική επαφή, παρουσιάζοντας την απιστία ως τρόπο εκτόνωσης ή «διόρθωσης» μιας κατάστασης που ένιωθαν αδιέξοδη.
Ο κύκλος της πίεσης
Παρά την αρχική ανακούφιση, η απιστία γεννά νέο κύκλο πίεσης. Η διπλή ζωή, ο φόβος αποκάλυψης και οι ενοχές δημιουργούν έντονο ψυχικό βάρος. Ορισμένοι περιέγραψαν ότι συνέχιζαν την παράλληλη σχέση όχι από ευχαρίστηση, αλλά για να ξεφύγουν προσωρινά από το άγχος που η ίδια η απιστία είχε προκαλέσει. Έτσι, η συμπεριφορά που υποτίθεται ότι λύνει προβλήματα, τελικά τα πολλαπλασιάζει.
Ένα δεύτερο μοτίβο αφορά τη συστηματική αποφυγή των συνεπειών. Οι άπιστοι δεν κινούνται τυχαία, αλλά οργανώνουν προσεκτικά την πράξη τους. Από τεχνικά μέσα μέχρι αλλαγή συμπεριφοράς στο σπίτι, στόχος είναι να μειωθεί η πιθανότητα αποκάλυψης. Η στρατηγική αυτή θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι παραβάτες προσπαθούν να περνούν απαρατήρητοι μέσα στην καθημερινότητα.
Όταν η αποκάλυψη πλησιάζει ή έχει ήδη συμβεί, η τακτική αλλάζει. Πολλοί παραδέχονται μόνο ένα μέρος της αλήθειας, υποβαθμίζοντας τη σοβαρότητα των πράξεων τους. Άλλοι επιδεικνύουν μεταμέλεια ή δέχονται συμβολικές κινήσεις συμφιλίωσης, όχι απαραίτητα για αποκατάσταση, αλλά για να μειώσουν τις συνέπειες. Πρόκειται για διαχείριση αντί για ανάληψη ευθύνης.
Η τρίτη διάσταση αφορά τον τρόπο με τον οποίο εξουδετερώνεται το αίσθημα ενοχής. Οι συμμετέχοντες συχνά μεταφέρουν την ευθύνη σε βιολογικά ένστικτα ή στη συμπεριφορά του συντρόφου. Άλλοι πείθουν τον εαυτό τους ότι δεν υπάρχει θύμα, αρκεί να μη γίνει γνωστή η απιστία. Με αυτόν τον τρόπο, η εξαπάτηση μεταμφιέζεται σε πράξη «ακίνδυνη» ή ακόμη και προστατευτική.
Γιατί το όριο ανάμεσα στο νόμιμο και το επιβλαβές είναι λεπτό
Οι τρεις θεωρίες δεν λειτουργούν απομονωμένα. Η πίεση τροφοδοτεί τις δικαιολογίες και η μυστικότητα ενισχύει την πεποίθηση ότι κανείς δεν πληγώνεται. Η έρευνα καταλήγει ότι οι μηχανισμοί που καθοδηγούν εγκληματικές πράξεις δεν είναι ξένοι ή ακραίοι, αλλά μπορούν να εμφανιστούν και σε συμπεριφορές καθημερινές, νόμιμες, αλλά βαθιά επιζήμιες για τους άλλους.
Η έρευνα δημοσιεύεται στο Deviant Behavior.