Η χαμηλή βιταμίνη D κάνει τον πόνο χειρότερο: Τι δείχνει νέα μελέτη
H έλλειψη βιταμίνης D συνδέεται με περισσότερο πόνο και αυξημένη χρήση οπιοειδών μετά από χειρουργείο καρκίνου μαστού.
Μια νέα επιστημονική μελέτη φέρνει στο προσκήνιο έναν απρόσμενο παράγοντα που μπορεί να επηρεάζει τον μετεγχειρητικό πόνο: τη βιταμίνη D. Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα χαμηλά επίπεδα της λεγόμενης «βιταμίνης του ήλιου» συνδέονται με εντονότερο πόνο και μεγαλύτερη ανάγκη για οπιοειδή φάρμακα μετά από χειρουργείο καρκίνου του μαστού. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η βιταμίνη D μπορεί να παίζει πιο σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του πόνου από ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα.
Πώς σχεδιάστηκε η μελέτη και τι εξέτασαν οι ερευνητές
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Regional Anesthesia & Pain Medicine και πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Fayoum στην Αίγυπτο, σε διάστημα περίπου οκτώ μηνών, από τον Σεπτέμβριο του 2024 έως τον Απρίλιο του 2025. Συνολικά συμμετείχαν 184 γυναίκες με καρκίνο του μαστού, οι οποίες επρόκειτο να υποβληθούν σε χειρουργική αφαίρεση ενός μαστού (τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή). Οι ερευνητές χώρισαν τις ασθενείς σε δύο ίσες ομάδες: όσες είχαν έλλειψη βιταμίνης D (κάτω από 30 nmol/L) και όσες είχαν επαρκή επίπεδα πάνω από αυτό το όριο.
Οι δύο ομάδες ήταν κατά τα άλλα παρόμοιες ως προς την ηλικία και τα βασικά χαρακτηριστικά τους, γεγονός που βοηθά ώστε να γίνουν πιο αξιόπιστες οι συγκρίσεις. Η μέση ηλικία ήταν περίπου 44 ετών στην ομάδα με έλλειψη και 42 ετών στην ομάδα με επάρκεια βιταμίνης D. Όλες οι ασθενείς έλαβαν την ίδια τυπική ιατρική φροντίδα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το χειρουργείο, ενώ οι γιατροί που τις παρακολουθούσαν δεν γνώριζαν τα επίπεδα βιταμίνης D τους, ώστε να αποφευχθεί πιθανή προκατάληψη.
Κατά τη διάρκεια της επέμβασης χρησιμοποιήθηκε φαιντανύλη για την αναισθησία και τη διαχείριση του πόνου. Μετά το χειρουργείο, όλες οι ασθενείς λάμβαναν παρακεταμόλη ενδοφλέβια σε τακτά χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν μόνες τους ένα επιπλέον ισχυρό παυσίπονο, την τραμαδόλη, μέσω ειδικής συσκευής ελεγχόμενης από τον ασθενή.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τον πόνο των ασθενών αμέσως μετά την επέμβαση και στη συνέχεια σε χρονικά διαστήματα 6, 12, 18 και 24 ωρών. Παράλληλα κατέγραψαν παρενέργειες όπως ναυτία, εμετό, επίπεδα υπνηλίας και τη συνολική διάρκεια νοσηλείας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ξεκάθαρες διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Οι γυναίκες με έλλειψη βιταμίνης D είχαν περίπου τριπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν μέτριο έως έντονο πόνο μέσα στο πρώτο 24ωρο μετά το χειρουργείο, σε σύγκριση με όσες είχαν επαρκή επίπεδα. Αν και καμία από τις ασθενείς δεν ανέφερε πολύ έντονο πόνο στην ανώτερη κλίμακα, η διαφορά εντοπίστηκε κυρίως στην αυξημένη συχνότητα μέτριου πόνου.
Επιπλέον, η ομάδα με χαμηλή βιταμίνη D χρειάστηκε περισσότερα παυσίπονα. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης έλαβαν ελαφρώς μεγαλύτερη ποσότητα φαιντανύλης, όμως η μεγαλύτερη διαφορά φάνηκε μετά το χειρουργείο: οι ασθενείς αυτές χρησιμοποίησαν κατά μέσο όρο σημαντικά περισσότερη τραμαδόλη μέσω της συσκευής ελέγχου πόνου. Αυτό δείχνει ότι ο μετεγχειρητικός πόνος τους ήταν πιο δύσκολο να ελεγχθεί.
Παράλληλα, παρατηρήθηκε ότι οι παρενέργειες των οπιοειδών, όπως η ναυτία, ήταν συχνότερες στην ομάδα με έλλειψη βιταμίνης D. Σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίστηκε και εμετός, όμως οι διαφορές αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτό μπορεί να σχετίζεται με τη μεγαλύτερη χρήση παυσίπονων στην ίδια ομάδα.
Το βασικό επιστημονικό ερώτημα είναι γιατί η βιταμίνη D φαίνεται να επηρεάζει τον πόνο. Οι ερευνητές εξηγούν ότι η βιταμίνη D δεν σχετίζεται μόνο με τα οστά, όπως συχνά πιστεύεται, αλλά εμπλέκεται και στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και της φλεγμονής. Αυτές οι διεργασίες έχουν καθοριστική σημασία για τον τρόπο που το σώμα αντιλαμβάνεται και επεξεργάζεται τον πόνο.
Συμπεράσματα και συστάσεις
Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, οι ερευνητές καταλήγουν ότι η έλλειψη βιταμίνης D συνδέεται σαφώς με περισσότερη μετεγχειρητική ενόχληση και αυξημένη χρήση ισχυρών παυσίπονων. Μάλιστα, θεωρούν ότι η διόρθωση της έλλειψης πριν από το χειρουργείο θα μπορούσε να βοηθήσει στη βελτίωση της ανάρρωσης, μειώνοντας τον πόνο και την ανάγκη για οπιοειδή φάρμακα.