Η Ρεπουμπλικάνα βουλευτής Νικόλ Μαλλιωτάκη αδειάζει Τραμπ: «Η Γροιλανδία δεν είναι προτεραιότητα»
«Η Γροιλανδία δεν είναι προτεραιότητα για τον μέσο ψηφοφόρο, ο πρόεδρος πρέπει να εστιάσει στην οικονομία», λέει η Ελληνοαμερικανίδα βουλευτής.
Σε μια περίοδο έντονων διεθνών εντάσεων γύρω από την προοπτική των ΗΠΑ να αποκτήσουν ή να αυξήσουν τον έλεγχό τους στη Γροιλανδία, αυξανόμενη είναι και η κριτική από πολιτικούς εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, που υπογραμμίζουν ότι αυτή η διπλωματική «αποστολή» δεν αντανακλά τις προτεραιότητες των Αμερικανών πολιτών.
Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε απειλές επιβολής δεδομένων δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες που αντιτίθενται στη στρατηγική του για την Αρκτική και τη Γροιλανδία, μια κίνηση που έχει προκαλέσει ευρύτατη καταδίκη ακόμη και από συμμάχους του στο ίδιο του το κόμμα, πολλοί Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές τονίζουν ότι τέτοια ζητήματα δεν είναι στην κορυφή των ανησυχιών του μέσου ψηφοφόρου.
«Η οικονομία πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα του Τραμπ»
Η Ελληνοαμερικανίδα βουλευτής Νικόλ Μαλλιωτάκη με δηλώσεις της, την Τρίτη (20/1) στο CNN, για το θέμα, υπογράμμισε ότι αυτό που ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή τον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο είναι η οικονομία και όχι η Γροιλανδία.
Η κ. Μαλλιωτάκη επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η τάση στην Κοινοβουλευτική Ομάδα των Ρεπουμπλικανών δείχνει ότι αρκετοί από αυτούς θέτουν πρώτα την εστίαση στα εσωτερικά, οικονομικά ζητήματα, αντί για αμφιλεγόμενες διεθνείς αποστολές.
Η αποδοκιμασία των απειλών για δασμούς και της πολιτικής πίεσης γύρω από τη Γροιλανδία έχει περιγραφεί από μέλη του Κογκρέσου ως πιθανό «μπαράζ που υπονομεύει τη θέση των ΗΠΑ και αποσπά την προσοχή από τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών».
Οι δημοσκοπήσεις για Γροιλανδία
Η κριτική αυτή έρχεται σε μια συγκυρία όπου δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των Αμερικανών δεν θεωρεί την απόκτηση της Γροιλανδίας σημαντικό ζήτημα και αντιθέτως χαρακτηρίζει την οικονομία, την απασχόληση και το κόστος ζωής ως τα κορυφαία θέματα που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους.
Επιπλέον, η αύξηση δασμών που προωθεί ο Λευκός Οίκος ως μέσο πίεσης έχει ήδη προκαλέσει διπλωματικό ρήγμα με βασικούς ευρωπαϊκούς εταίρους των ΗΠΑ, γεγονός που καταδεικνύει ότι μια τέτοια πολιτική όχι μόνο δεν απολαμβάνει ευρείας αποδοχής, αλλά μπορεί να έχει αρνητικές οικονομικές συνέπειες για την Αμερική και να αποσπάσει επενδύσεις και συνεργασίες.
Στο εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον, η συζήτηση αυτή αλλάζει τον τρόπο που πολλοί Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές μιλούν για την ατζέντα της προεδρίας με ολοένα περισσότερα στελέχη να τονίζουν ότι η προσοχή θα πρέπει να επιστρέψει στην ενίσχυση της οικονομίας και την αντιμετώπιση των καθημερινών προκλήσεων των πολιτών, αντί να επικεντρώνεται σε αμφιλεγόμενες εξωτερικές φιλοδοξίες που αγγίζουν μόλις ένα μικρό ποσοστό της αμερικανικής κοινής γνώμης.