Υπάρχουν έργα που δεν γερνούν. Όχι επειδή αντέχουν στον χρόνο ως «κλασικά», αλλά επειδή ο χρόνος τα δικαιώνει ξανά και ξανά. Ο Κατάδικος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη ανήκει σε αυτή την κατηγορία: ένα σκοτεινό, ασφυκτικό πεζογράφημα για την κοινωνική υποκρισία, τη φτώχεια, την ενοχή και την ταξική βία, που μοιάζει να μιλά απευθείας στον σύγχρονο θεατή.
Δεν πρόκειται για ένα κλασικό κοινωνικό αφήγημα. Είναι ένα κείμενο που στήνει στο εδώλιο μια ολόκληρη κοινωνία - και την καταδικάζει χωρίς ρητορική, χωρίς ηθικολογία, χωρίς λύτρωση.
Πάνω σε αυτό το έργο βασίστηκε η τηλεοπτική σειρά Οι Αθώοι. Στον κόσμο του Θεοτόκη, οι πραγματικοί ένοχοι σπάνια τιμωρούνται - και οι αθώοι πληρώνουν το τίμημα. Ο κόσμος του Θεοτόκη, ένας κόσμος σιωπών, φόβου και ταξικών φραγμών, πιο επίκαιρος σήμερα από ποτέ.
Ένα έγκλημα χωρίς δικαιοσύνη
Στον Κατάδικο δεν υπάρχει το έγκλημα όπως το γνωρίζουμε από την αστυνομική λογοτεχνία. Δεν υπάρχει μυστήριο προς επίλυση. Υπάρχει μια κοινωνία που έχει ήδη καταδικάσει.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κέρκυρα των αρχών του 20ού αιώνα. Ένας φτωχός άνθρωπος, εγκλωβισμένος σε ένα πλέγμα κοινωνικών ανισοτήτων, γίνεται το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα. Οι πράξεις του φιλτράρονται μέσα από τη ματιά μιας κοινωνίας που δεν συγχωρεί τη φτώχεια και δεν ανέχεται την απόκλιση.
Ο Θεοτόκης δεν ενδιαφέρεται να αποδώσει δικαιοσύνη. Τον ενδιαφέρει να δείξει πώς η ηθική λειτουργεί ως μηχανισμός καταστολής. Πώς η φήμη, το κοινωνικό status και η ταξική προέλευση καθορίζουν την ενοχή πολύ πριν μιλήσει οποιοδήποτε δικαστήριο.
Το έγκλημα δεν βαραίνει όλους το ίδιο. Χρειάζεται ένας άνθρωπος για να σηκώσει το βάρος. Κι αυτός είναι ο Τουρκόγιαννος.
Τουρκόγιαννος: γεννημένος κατάδικος
Ο Τουρκόγιαννος δεν παρουσιάζεται ως ήρωας. Δεν έχει τα χαρακτηριστικά του πρωταγωνιστή που διεκδικεί τη μοίρα του. Είναι φτωχός, κοινωνικά αδύναμος, χωρίς δίχτυ προστασίας. Και κυρίως: είναι μόνος. Κατηγορείται για φόνο. Το έγκλημα φορτώνεται στον πιο αδύναμο κρίκο. Ο Θεοτόκης δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει στο «αν το έκανε». Τον ενδιαφέρει το «ποιος έχει το δικαίωμα να θεωρείται αθώος».
Η ενοχή του Τουρκόγιαννου δεν τεκμηριώνεται, προεξοφλείται. Είναι ο άνθρωπος που «ταιριάζει» στον ρόλο του ενόχου. Κι αυτό αρκεί.
Ο Θεοτόκης και η άρνηση της τάξης του
Τίποτα από αυτά δεν είναι τυχαίο. Ο Θεοτόκης γνώριζε αυτόν τον μηχανισμό από μέσα. Γεννημένος το 1872 σε μία από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Κέρκυρας, είχε όλα όσα εξασφάλιζαν μια ζωή άνετη και κοινωνικά κατοχυρωμένη. Επέλεξε να τα απορρίψει όλα.
Σπουδάζοντας στη Γερμανία, ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες της εποχής. Διάβασε Μαρξ και Ένγκελς και, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, δεν κράτησε αυτές τις ιδέες ως θεωρητικό υπόβαθρο. Τις έκανε στάση ζωής. Απαρνήθηκε την τάξη του, συγκρούστηκε με το οικογενειακό του περιβάλλον, έζησε λιτά και συνειδητά στο περιθώριο της κοινωνικής ελίτ, σχεδόν στο όριο της φτώχειας.
Δεν έγραφε για τους καταπιεσμένους από απόσταση. Έγραφε από τη θέση τους. Και ίσως γι’ αυτό μπόρεσε να γράψει για έναν άνθρωπο σαν τον Τουρκόγιαννο.
Η γλώσσα των αποκλεισμένων
Ο Θεοτόκης υπήρξε μαχητικός υπερασπιστής της δημοτικής γλώσσας. Όχι για λόγους αισθητικούς, αλλά πολιτικούς. Για εκείνον, η καθαρεύουσα ήταν η γλώσσα της εξουσίας. Η δημοτική, η γλώσσα των ανθρώπων που δεν είχαν φωνή.
Στον Κατάδικο, η γλώσσα είναι λιτή, σχεδόν γυμνή. Δεν στολίζει. Δεν παρηγορεί. Καταγράφει. Και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί σαν κατηγορητήριο.
Ο ανείπωτος έρωτας και η θυσία
Στην καρδιά της τραγωδίας του Τουρκόγιαννου υπάρχει ένας έρωτας - όχι ως πλοκή, αλλά ως μοίρα. Ο Θεοτόκης δεν γράφει μια ιστορία αγάπης. Δεν υπάρχει εξομολόγηση, δεν υπάρχει διεκδίκηση, δεν υπάρχει ανταπόκριση με την κλασική έννοια. Ο έρωτας είναι παρών, αλλά δεν επιτρέπεται να ειπωθεί.
Ο Τουρκόγιαννος αγαπά μια γυναίκα κοινωνικά απρόσιτη για εκείνον. Η διαφορά της θέσης τους είναι αρκετή για να ακυρώσει κάθε πιθανότητα. Ο έρωτας δεν συγκρούεται με άλλο πρόσωπο, συγκρούεται με ολόκληρη την κοινωνική δομή.
Και έτσι μένει σιωπηλός. Όχι από δειλία, αλλά από επίγνωση.
Όταν η κατηγορία γίνεται καταδίκη, ο Τουρκόγιαννος έχει μια επιλογή: να μιλήσει, να αντισταθεί, να διαλύσει τις σιωπές. Αλλά γνωρίζει ότι η αλήθεια δεν θα σώσει κανέναν. Θα σύρει κι άλλους στο ίδιο σκοτάδι.
Η γυναίκα που αγαπά -χωρίς ποτέ να τη διεκδικήσει- θα στιγματιστεί, θα συνθλιβεί από την ίδια κοινωνία που τώρα ζητά έναν ένοχο. Κι έτσι, ο Τουρκόγιαννος δέχεται τη μοίρα του. Η αποδοχή της ενοχής του δεν είναι ηθική κάθαρση. Είναι θυσία. Δεν τον αγιοποιεί. Τον εξαφανίζει.
Στον κόσμο του Θεοτόκη, ο έρωτας δεν σώζει. Απλώς δίνει νόημα στην υπέρτατη θυσία.
Σύμβολο της ταξικής αδικίας
Ο Θεοτόκης δείχνει με σκληρή καθαρότητα ότι, σε έναν κόσμο ταξικά οργανωμένο, ακόμη και τα πιο ανθρώπινα αισθήματα γίνονται πεδίο βίας. Ο έρωτας του Τουρκόγιαννου δεν αποτυγχάνει επειδή είναι αδύναμος, αλλά επειδή γεννήθηκε στο λάθος κοινωνικό σώμα.
Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο του Κατάδικου δεν είναι η καταδίκη, αλλά η στάση του ίδιου του ήρωα. Ο Τουρκόγιαννος δέχεται την ενοχή. Όχι επειδή είναι ένοχος, αλλά επειδή καταλαβαίνει ότι η αλήθεια δεν έχει καμία σημασία μέσα σε έναν κόσμο που έχει ανάγκη από εξιλαστήρια θύματα.
Με το να σωπάσει, προστατεύει άλλους. Με το να καταδικαστεί, αποκαλύπτει -χωρίς λόγια- την ηθική χρεοκοπία της κοινωνίας που τον καταδικάζει. Ο Τουρκόγιαννος γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από ήρωας: γίνεται σύμβολο της ταξικής αδικίας.
Ένα πολιτικό έργο
Ο Κατάδικος είναι βαθιά πολιτικό έργο, αλλά χωρίς ιδεολογικά συνθήματα. Ο Θεοτόκης δεν δείχνει τον «κακό πλούσιο» και τον «καλό φτωχό». Δείχνει έναν μηχανισμό που συνθλίβει όποιον δεν έχει θέση σε αυτόν. Η Εκκλησία, η κοινότητα, η οικογένεια, λειτουργούν συντονισμένα για να διατηρήσουν την τάξη. Και η τάξη αυτή χρειάζεται θύματα.
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης πέθανε το 1923, φτωχός, σχεδόν ξεχασμένος, χωρίς την αναγνώριση που του άξιζε. Όμως άφησε πίσω του έργα που δεν ζητούν δικαίωση. Ζητούν επίγνωση. Ο Κατάδικος δεν υπόσχεται λύτρωση. Δεν προσφέρει κάθαρση. Προσφέρει κάτι πιο δύσκολο: έναν καθρέφτη.
Και κάθε φορά που τον κοιτάμε, η ερώτηση επιστρέφει αμείλικτη: ποιοι είναι τελικά οι ένοχοι - και ποιοι οι αθώοι;
ΙΝFO
Oι Αθώοι προβάλλονται στο Mega κάθε Πέμπτη στις 22.00.
Σενάριο: Ελένη Ζιώγα
Σκηνοθεσία: Νίκος Κουτελιδάκης – Άγγελος Κουτελιδάκης
Πρωταγωνιστούν Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Κώστας Νικούλι, Γιάννης Νιάρρος, Κίμων Κουρής, Αμαλία Καβάλη, Γιώργος Στάμος, Μαρία Καλλιμάνη, Ελένη Ζιώγα, Λουκία Μιχαλοπούλου, Χρήστος Καλαβρούζος.