Ήταν 4 Ιουλίου 2004. Η Λισαβόνα είχε φορέσει τα γιορτινά της, περιμένοντας να δει την Πορτογαλία του Λουίς Φίγκο και του ανερχόμενου Κριστιάνο Ρονάλντο να σηκώνει το τρόπαιο μέσα στο σπίτι της.
Στην άλλη πλευρά βρισκόταν η Ελλάδα. Μια ομάδα που πριν από την έναρξη του τουρνουά ελάχιστοι πίστευαν ότι θα ξεπερνούσε τη φάση των ομίλων. Ακόμη λιγότεροι μπορούσαν να φανταστούν ότι θα έφτανε στον τελικό.
Κι όμως, εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ, οι διεθνείς του Ότο Ρεχάγκελ δεν έπαιζαν απλώς έναν τελικό. Έπαιζαν για να ολοκληρώσουν το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό παραμύθι που είχε γραφτεί ποτέ στην Ευρώπη.
Από το πρώτο σοκ στην Πορτογαλία μέχρι τον τελικό
Η πορεία προς τη δόξα είχε ξεκινήσει με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Στην πρεμιέρα του Euro, η Ελλάδα νίκησε με 2-1 τη διοργανώτρια Πορτογαλία, παγώνοντας ένα ολόκληρο γήπεδο.
Ακολούθησε η ισοπαλία με την Ισπανία, που απέδειξε ότι η πρώτη νίκη δεν ήταν τυχαία, ενώ παρά την ήττα από τη Ρωσία, η πρόκριση στα νοκ άουτ ήταν γεγονός.
Στη συνέχεια ήρθαν δύο εμφανίσεις που έμειναν στην ιστορία. Η κεφαλιά του Άγγελου Χαριστέα απέκλεισε την πρωταθλήτρια Ευρώπης Γαλλία, ενώ ο δραματικός ημιτελικός με την Τσεχία κρίθηκε στην παράταση με το ιστορικό πλέον γκολ του Τραϊανού Δέλλα, το μοναδικό «silver goal» που έκρινε ποτέ αγώνα μεγάλης διοργάνωσης.
Η Ελλάδα βρισκόταν στον τελικό. Και πλέον κανείς δεν μπορούσε να μιλήσει για σύμπτωση.
Το γκολ που «πάγωσε» τη Λισαβόνα
Η Πορτογαλία μπήκε στον τελικό αποφασισμένη να πάρει τη ρεβάνς για την ήττα της πρεμιέρας. Είχε την κατοχή, είχε την πίεση της εξέδρας, είχε την ποιότητα των μεγάλων της αστέρων.
Η Ελλάδα, όμως, είχε κάτι διαφορετικό. Οργάνωση, πειθαρχία, αυτοθυσία και μια απίστευτη πίστη ότι μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε. Στο 57ο λεπτό ήρθε η στιγμή που άλλαξε για πάντα την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.
Ο Άγγελος Μπασινάς εκτέλεσε το κόρνερ και ο Άγγελος Χαριστέας σηκώθηκε ψηλότερα από όλους. Η κεφαλιά του κατέληξε στα δίχτυα του Ρικάρντο. 0-1. Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε απόλυτη σιωπή στο «Ντα Λουζ». Μόνο οι χιλιάδες Έλληνες φίλαθλοι ακούγονταν.
Το τελευταίο μισάωρο έμοιαζε ατελείωτο. Οι Πορτογάλοι πίεζαν, η Ελλάδα αμυνόταν με κάθε τρόπο, ενώ κάθε απομάκρυνση της μπάλας έμοιαζε με μικρή νίκη. Ακόμη και η εισβολή του διάσημου τότε Jimmy Jump στον αγωνιστικό χώρο έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα του τελικού, δίνοντας λίγες πολύτιμες ανάσες στους Έλληνες διεθνείς.
Και όταν ο Γερμανός διαιτητής Μάρκους Μερκ σφύριξε για τελευταία φορά, οι εικόνες που ακολούθησαν έμοιαζαν βγαλμένες από κινηματογραφική ταινία.
Οι παίκτες έπεσαν στο χορτάρι, ο Ότο Ρεχάγκελ χαμογελούσε συγκρατημένα, οι Έλληνες στις εξέδρες έκλαιγαν από χαρά. Η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Η νύχτα που η Ελλάδα βγήκε στους δρόμους
Όσα συνέβησαν μετά το τελευταίο σφύριγμα δύσκολα περιγράφονται ακόμη και σήμερα.
Μέσα σε λίγα λεπτά, από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη, οι δρόμοι γέμισαν με γαλανόλευκες σημαίες, κόρνες αυτοκινήτων και ανθρώπους που αγκαλιάζονταν χωρίς να γνωρίζονται μεταξύ τους. Η Αθήνα έζησε ίσως τη μεγαλύτερη αυθόρμητη λαϊκή συγκέντρωση της σύγχρονης ιστορίας της.
Η πλατεία Ομονοίας μετατράπηκε σε ένα απέραντο γαλανόλευκο ποτάμι. Δεν έπεφτε καρφίτσα. Η Σταδίου, η Πανεπιστημίου και η λεωφόρος Αμαλίας κατακλύστηκαν από εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που τραγουδούσαν, φώναζαν συνθήματα και πανηγύριζαν μέχρι το ξημέρωμα.
Άλλοι είχαν ανέβει στα σιντριβάνια, άλλοι στις στάσεις των λεωφορείων, στις κολώνες φωτισμού ή ακόμη και στις οροφές των αυτοκινήτων. Η νύχτα είχε γίνει μέρα.
Το σύνθημα «Ελλάς, Ελλάς, πρωταθλήτρια» ακουγόταν ασταμάτητα, ενώ το «Σήκωσέ το...» έγινε η φράση που σημάδεψε εκείνο το καλοκαίρι. Δεν ήταν απλώς ένας ποδοσφαιρικός πανηγυρισμός. Ήταν μια συλλογική στιγμή χαράς που ένωσε μια ολόκληρη χώρα.
Ένα θαύμα που δεν επαναλήφθηκε ποτέ
Είκοσι δύο χρόνια μετά, το Euro του 2004 εξακολουθεί να θεωρείται από πολλούς η μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Μια ομάδα χωρίς τα μεγάλα ονόματα των αντιπάλων της κατάφερε να λυγίσει διαδοχικά την Πορτογαλία, τη Γαλλία, την Τσεχία και ξανά την Πορτογαλία, γράφοντας μια ιστορία που δύσκολα μπορεί να επαναληφθεί.
Για όσους έζησαν εκείνη τη βραδιά, η 4η Ιουλίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο.
Είναι η νύχτα που η Λισαβόνα έγινε, έστω για λίγες ώρες, η πιο ελληνική πόλη του κόσμου. Είναι η στιγμή που έντεκα ποδοσφαιριστές απέδειξαν ότι καμιά φορά τα μεγαλύτερα θαύματα δεν ανήκουν στα παραμύθια, αλλά στην πραγματική ζωή.