Νέο φάρμακο μειώνει δραστικά τη χοληστερόλη ανοίγοντας νέους δρόμους στη θεραπεία
Πειραματικό χάπι πέτυχε θεαματική μείωση λιπιδίων που συνδέονται με καρδιοπάθειες.
Μια νέα πειραματική φαρμακευτική ουσία δίνει ελπίδες για πιο αποτελεσματικό έλεγχο των λιπιδίων του αίματος, τα οποία συνδέονται άμεσα με σοβαρές καρδιομεταβολικές παθήσεις. Σε κλινική δοκιμή πρώιμου σταδίου, το από του στόματος φάρμακο TLC-2716 πέτυχε σημαντική μείωση των τριγλυκεριδίων και, κυρίως, της λεγόμενης «υπολειμματικής» χοληστερόλης – ενός λιπιδίου που θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνο για την καρδιά, αλλά μέχρι σήμερα είναι δύσκολο να ελεγχθεί φαρμακευτικά.
Η διαχείριση των λιπών στο έντερο και το ήπαρ
Όπως διαβάζουμε στο ScienceAlert, η δοκιμή πραγματοποιήθηκε σε 100 υγιείς ενήλικες και είχε ως στόχο να εξετάσει πώς το φάρμακο επηρεάζει έναν βασικό μεταβολικό μηχανισμό που λειτουργεί στο ήπαρ και στο έντερο και ρυθμίζει την παραγωγή και τη διαχείριση των λιπών. Πρόκειται για την πρώτη φορά που μια τέτοια προσέγγιση εφαρμόζεται σε ανθρώπους, γεγονός που καθιστά τα αποτελέσματα ενθαρρυντικά αλλά και προκαταρκτικά. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες πριν εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.
Η αφετηρία της έρευνας ήταν η μελέτη μεγάλων γενετικών βάσεων δεδομένων, από τις οποίες οι επιστήμονες εντόπισαν έναν «διακόπτη» του μεταβολισμού, τον υποδοχέα LXRα. Ο υποδοχέας αυτός ελέγχεται από το γονίδιο NR1H3 και παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση των λιπιδίων. Με τη χρήση μιας στατιστικής μεθόδου, οι ερευνητές συνέδεσαν την αυξημένη δραστηριότητά του με υψηλότερα επίπεδα τριγλυκεριδίων και δείκτες ηπατικής νόσου στους ανθρώπους.
Η μεταβολική ανισορροπία
Όταν η παραγωγή λίπους από την πέψη ξεπερνά την ικανότητα του οργανισμού να το χρησιμοποιήσει ή να το απομακρύνει, δημιουργείται μεταβολική ανισορροπία. Τα λιπίδια συσσωρεύονται στα τοιχώματα των αγγείων, σχηματίζοντας αθηρωματικές πλάκες που αυξάνουν τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο και άλλα καρδιαγγειακά προβλήματα. Παράλληλα, η περίσσεια λίπους σχετίζεται με οξεία παγκρεατίτιδα και με τη λιπώδη νόσο του ήπατος που δεν οφείλεται στο αλκοόλ.
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τον βιολόγο Γιόχαν Άουβερξ από το Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Λωζάνης, δοκίμασε αρχικά διάφορες χημικές ενώσεις σε πειραματόζωα, σε ανθρώπινα ηπατικά οργανοειδή και σε πρωτεύοντα θηλαστικά. Ανάμεσά τους, το TLC-2716 ξεχώρισε για την ικανότητά του να μειώνει τα λιπίδια χωρίς να προκαλεί σοβαρές παρενέργειες, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δοκιμή του σε ανθρώπους.
Η κλινική δοκιμή διήρκεσε μόλις 14 ημέρες, με τους συμμετέχοντες να λαμβάνουν είτε το φάρμακο είτε εικονικό σκεύασμα. Ακόμη και σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα, οι ερευνητές κατέγραψαν μείωση των τριγλυκεριδίων έως και 38,5%, ενώ η υπολειμματική χοληστερόλη μειώθηκε πάνω από 60% μετά το γεύμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εθελοντές είχαν αρχικά φυσιολογικά επίπεδα λιπιδίων και δεν έπαιρναν άλλη αγωγή.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της μελέτης είναι η ασφάλεια. Όλες οι δόσεις του TLC-2716 κρίθηκαν καλά ανεκτές, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Επιπλέον, το γεγονός ότι πρόκειται για φάρμακο που λαμβάνεται από το στόμα θεωρείται πλεονέκτημα, καθώς διευκολύνει τη συμμόρφωση των ασθενών και επιτρέπει συνδυασμούς με άλλες θεραπείες.
Ο στόχος των ερευνητών
Το κρίσιμο επιστημονικό στοίχημα ήταν να περιοριστεί η δράση του φαρμάκου μόνο στο ήπαρ και στο έντερο. Οι υποδοχείς LXR έχουν χρήσιμες λειτουργίες και σε άλλους ιστούς, επομένως η γενικευμένη αναστολή τους θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα. Το TLC-2716 φαίνεται να ξεπερνά αυτό το εμπόδιο, μειώνοντας τη σύνθεση λίπους στο ήπαρ, περιορίζοντας την απορρόφηση λιπών από το έντερο και επιταχύνοντας την απομάκρυνσή τους από το αίμα.
Παρά τα θετικά ευρήματα, οι ερευνητές τονίζουν ότι βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή. Το επόμενο βήμα είναι η δοκιμή του φαρμάκου σε άτομα με παχυσαρκία, αυξημένα τριγλυκερίδια και λιπώδη νόσο του ήπατος. Αν επιβεβαιωθεί η αποδοτικότητά του και σε αυτές τις ομάδες, το TLC-2716 θα μπορούσε να αποτελέσει ένα νέο εργαλείο στη μάχη κατά των καρδιομεταβολικών νοσημάτων.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature Medicine.