Νικολέτα Κοτσαηλίδου: «Υπάρχουν κάποιες στιγμές που μου επιτρέπω να πάω... πάτωμα και πιο κάτω»
Η ηθοποιός αποκάλυψε πώς αντιμετωπίζει τις στιγμές που είναι απογοητευμένη και εξομολογήθηκε την πρώτη φορά που ένιωσε πραγματικά ελεύθερη!
Πώς είναι να είσαι στα down σου και να θες να το ζήσεις στο απόλυτο και ακόμη παρακάτω; Η Νικολέτα Κοτσαηλίδου ήταν καλεσμένη της Αθηναΐδας Νέγκα στο «Καλύτερα Αργά» του Action 24 και μίλησε γι’ αυτό το συναίσθημα.
«Κάνω αυτό που κάνουμε συνήθως, που είσαι χάλια από μια ερωτική απογοήτευση ή κάτι τέτοιο. Και εκεί που είσαι χάλια, θα πεις, μα είμαι τόσο στο πάτωμα, δεν βάζω καμιά δεκαριά τραγούδια να φτάσω ακόμα πιο πάτωμα! Εκεί με αφήνω. Αυτό το κάνουμε γιατί νομίζω ότι θέλουμε να το εκτονώσουμε, θέλουμε να φύγει όλο εκείνη τη στιγμή. Οπότε μας αφήνουμε, μας επιτρέπουμε, τουλάχιστον εγώ αυτό κάνω. Υπάρχουν κάποιες στιγμές που μου επιτρέπω να πάω πάτωμα και πιο κάτω, άμα γίνεται γιατί μετά έχει μόνο πάνω.
Ξέρω να στεναχωριέμαι. Δεν το κάνω συχνά, αλλά άμα το κάνω, δεν θα πάω κόντρα στον εαυτό μου. Ενώ συνήθως θα μου πάω κόντρα. Δεν μου αρέσει ούτε να γκρινιάζω, ούτε να μιζεριάζω για πολύ καιρό. Δεν με αντέχω εγώ. Δεν θέλω να παραπονιέμαι πολύ, γενικώς θέλω να έχω περισσότερο ευγνωμοσύνη για πράγματα που ζω και ας είναι άσχημα. Αλλά τις στιγμές που νιώθω ότι δεν μπορώ να με ανεβάσω με τίποτα, θα μου επιτρέψω να πάω όσο πιο κάτω γίνεται, αλλά για λίγο».
«Ήταν η απόλυτη ελευθερία, εκεί τρελάθηκα»
Η ηθοποιός αναφέρθηκε επίσης και στη μεγάλη εκτίμηση που έχει στην ελευθερία και μοιράστηκε μια ιστορία από το πρώτο της φοιτητικό σπίτι. «Την ελευθερία την έχω πάρα πολύ ψηλά, την ελευθερία σε οποιαδήποτε μορφή. Αυτό ήταν απ’ τα πρώτα στοιχεία που έβλεπα. Το πόσο ανελεύθερη ένιωθα εγώ σαν κορίτσι, πόσο περιορισμένη. Μπαμπάς καθηγητής, οπότε ήταν όλα πιο αυστηρά. Ενώ στους μαθητές του ήταν ο καλύτερος καθηγητής, σε εμάς, επειδή ήμασταν κορίτσια, ήμασταν πιο περιορισμένες.
Το πρώτο μου πτυχίο ήταν στις Σέρρες. Θυμάμαι όταν με πήγαν οι γονείς μου στο φοιτητικό μου σπίτι, με τακτοποίησαν και έφυγαν. Η αίσθηση αυτή, ότι τώρα είμαι σε ένα σπίτι μόνη μου, μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, να φωνάξω όσους φίλους θέλω. Ήταν η απόλυτη ελευθερία. Εκεί τρελάθηκα. Το επόμενο Σαββατοκύριακο, αφού είχα κάνει τα πρώτα μαθήματα, γυρνάω στη Θεσσαλονίκη και τους λέω, θα βγω. Μου λένε, εντάξει, καλά να περάσεις, ενώ δύο εβδομάδες πριν ήταν στο τι ώρα θα γυρίσεις και τι θα κάνεις και με ποιους θα βγεις. Και ξαφνικά και μόνο που ήμουν φοιτήτρια δεν μου ξανά είπανε τίποτα. Είπα, ζωάρα, τι είναι αυτό τώρα που βιώνω; Ήταν υπέροχο».