Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ανθρώπινα κόπρανα ως φάρμακο – Η πρώτη απόδειξη
Χημική ανάλυση σε ρωμαϊκό αγγείο αποδεικνύει χρήση ανθρώπινων κοπράνων ως θεραπεία.
Η ιδέα ότι τα κόπρανα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως θεραπεία ακούγεται, για τους περισσότερους, ακραία ή και αηδιαστική. Κι όμως, η σύγχρονη ιατρική ήδη αξιοποιεί τη μεταμόσχευση κοπράνων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, κυρίως για σοβαρές εντερικές λοιμώξεις. Αυτό που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε μια παράξενη αλλά νέα προσέγγιση, φαίνεται πως έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα. Νέα αρχαιολογικά ευρήματα από την Τουρκία έρχονται να επιβεβαιώσουν με τον πιο απτό τρόπο ότι οι Ρωμαίοι πράγματι χρησιμοποιούσαν ανθρώπινα περιττώματα για θεραπευτικούς σκοπούς.
Το αγγείο της Περγάμου και τα χημικά ίχνη
Όπως διαβάζουμε στο Science Alert, το εύρημα αφορά ένα μικρό, επιμήκες αγγείο ηλικίας περίπου 1.900 ετών, το οποίο φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Περγάμου. Το σκεύος, γνωστό στην αρχαιότητα ως unguentarium, χρησιμοποιούνταν συνήθως για αρώματα ή καλλυντικά έλαια. Όταν οι ερευνητές καθάρισαν το εσωτερικό του, εντόπισαν σκούρα καφέ υπολείμματα άγνωστης σύστασης. Η χημική ανάλυση των καταλοίπων αποκάλυψε βιοδείκτες που παραπέμπουν ξεκάθαρα σε ανθρώπινα κόπρανα.
Το εντυπωσιακό είναι ότι μαζί με τα ίχνη περιττωμάτων εντοπίστηκαν και αρωματικές ουσίες, πιθανότατα από θυμάρι. Η παρουσία τους δεν θεωρείται τυχαία. Πιθανότατα προστέθηκαν για να καλύψουν την έντονη οσμή, γεγονός που δείχνει ότι το περιεχόμενο του αγγείου δεν ήταν απλώς απορρίμματα, αλλά σκόπιμα παρασκευασμένο μείγμα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι επρόκειτο για θεραπευτική αλοιφή ή σκεύασμα εξωτερικής χρήσης, επιβεβαιώνοντας γραπτές πηγές της εποχής.
Η ιατρική της αρχαιότητας και τα «κοπρανώδη» φάρμακα
Οι αρχαίες ιατρικές πραγματείες πράγματι αναφέρουν τη χρήση κοπράνων – κυρίως ζωικών, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και ανθρώπινων – για την αντιμετώπιση ποικίλων παθήσεων. Ο Γαληνός, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ιατρικής της ρωμαϊκής περιόδου, αναφέρεται επανειλημμένα σε «κοπρανώδη» φάρμακα. Αν και σπάνια πρότεινε ανθρώπινα περιττώματα, σημείωνε τη θεραπευτική αξία των κοπράνων παιδιών, υπό την προϋπόθεση ότι ακολουθούσαν συγκεκριμένη διατροφή.
Το νέο εύρημα, που παρουσιάζεται στο περιοδικό Journal of Archaeological Science: Reports έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί την πρώτη σαφή χημική απόδειξη ότι τέτοιες πρακτικές δεν ήταν απλώς θεωρητικές ή υπερβολές. Μέχρι σήμερα βασιζόμασταν κυρίως σε κείμενα. Πλέον, υπάρχει υλικό τεκμήριο ότι τα όρια ανάμεσα στην ιατρική, την κοσμετολογία και τη μαγεία ήταν ρευστά. Στην αρχαία Ρώμη, ένα σκεύασμα μπορούσε ταυτόχρονα να θεωρείται θεραπευτικό, καθαριστικό και προστατευτικό από «κακές επιρροές».
Βεβαίως, η χρήση κοπράνων ως φαρμάκου δεν ήταν χωρίς κινδύνους. Σε εποχές όπου δεν υπήρχε γνώση για τα μικρόβια και τα παθογόνα, τέτοιες πρακτικές θα μπορούσαν να μεταδώσουν σοβαρές λοιμώξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι από τον 18ο αιώνα και μετά τέτοιες θεραπείες εγκαταλείφθηκαν σταδιακά, καθώς η ιατρική επιστήμη εξελίχθηκε και άρχισε να κατανοεί καλύτερα τους μηχανισμούς μετάδοσης ασθενειών.
Η επιστήμη των κοπράνων
Σήμερα, ωστόσο, η επιστήμη επιστρέφει – με πολύ διαφορετικούς όρους – στη μελέτη των κοπράνων. Οι μεταμοσχεύσεις εντερικού μικροβιώματος εφαρμόζονται ήδη για την αντιμετώπιση ανθεκτικών λοιμώξεων από Clostridioides difficile, ενώ ερευνητικά πρωτόκολλα εξετάζουν πιθανές επιδράσεις σε παθήσεις όπως το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, ο διαβήτης ή ακόμη και νευροψυχιατρικές διαταραχές. Τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν βελτίωση της σύστασης του μικροβιώματος και ορισμένων συμπτωμάτων, αν και τα οφέλη συχνά εξασθενούν μετά από μερικούς μήνες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και πρόσφατες πειραματικές μελέτες σε ζώα, όπου η μεταφορά μικροβιώματος από νεαρά σε ηλικιωμένα άτομα φάνηκε να βελτιώνει δείκτες γήρανσης στο έντερο. Αν και τα αποτελέσματα αυτά απέχουν πολύ από την εφαρμογή σε ανθρώπους, αναδεικνύουν πόσο σύνθετη και καθοριστική είναι η σχέση μας με τα μικρόβια που φιλοξενούμε.