Παύλος Τσίμας: Τα δάκρυα της Μερκούρη λίγο πριν από το τέλος και το μεγάλο όνειρο του Σαββόπουλου
Ο δημοσιογράφος μοιράστηκε στιγμές που έζησε στην καριέρα του και σχολίασε το γεγονός πώς η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται πια κανέναν!
Ο Παύλος Τσίμας ήταν καλεσμένος της Έλενας Παπαβασιλείου στο «EQ» του Action 24 και εκμυστηρεύτηκε το γεγονός ότι η δημοσιογραφία ήταν αρχικά ένας γάμος από συνοικέσιο, μίλησε για τη δυσπιστία της ελληνικής κοινωνίας απέναντι σε όλα και αποκάλυψε το μεγάλο όνειρο του Διονύση Σαββόπουλου και το πώς νιώθει σήμερα όταν βλέπει την τελευταία συνέντευξη που πήρε στη Μελίνα Μερκούρη λίγο πριν εκείνη φύγει από τη ζωή…
«Αγαπάω αυτή τη δουλειά τώρα περισσότερο από όταν ξεκίνησα. Δεν ήθελα ποτέ να γίνω δημοσιογράφος, δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό! Από σύμπτωση ή για την ακρίβεια ήταν χρόνια πολιτικής ένταξης και δραστηριότητας και με έστειλαν σε μια εφημερίδα ως πολιτική ανάθεση. Τις πρώτες μέρες που πήγα εκεί, έλεγα: είναι τρελοί όλοι εδώ μέσα, τι δουλειά έχω εγώ από αυτούς; Τι είναι αυτό το πράγμα, τι είναι αυτό που κάνουν και λένε όλη μέρα; Ήταν ένας γάμος από συνοικέσιο που εξελίσσεται σε έρωτα. Παντρεύεσαι με συνοικέσιο και ξαφνικά βρίσκεσαι ερωτευμένος με το συνοικέσιο σου! Νομίζω ότι όταν με ρωτάνε νέα παιδιά να γίνουμε δημοσιογράφοι, λέω να το λέει η καρδιά σας και αν μπορείτε ένα, δύο, τρία, τέσσερα πράγματα να τα αντέξετε, να γίνετε βέβαια. Γιατί αυτή η δουλειά έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Όσο την κάνεις και όσο την αγαπάς, δεν γερνάς, μένεις νέος. Γιατί το χαρακτηριστικό της νεότητας είναι η περιέργεια».
«Κινδυνεύεις να γίνεις ένας αποκομμένος μανδαρίνος»
«Η εμπορικότητα δεν δίνει αξία στην είδηση ή στο θέμα ή στην έρευνα ή στην εκπομπή, δηλαδή, το ότι είδαν κάτι πολύ δεν σημαίνει ότι είναι κάτι πολύ σημαντικό, απλώς το είδαν πολύ. Από την άλλη μεριά, αν δεν έχεις και μια επικοινωνία με εκείνους που διαβάζουν ή βλέπουν ή ακούνε, κινδυνεύεις να γίνεις ένας αποκομμένος μανδαρίνος που δεν έχεις την αίσθηση του κόσμου. Δηλαδή, αν εγώ γράφω αυτό που θεωρώ ότι είναι η μεγαλύτερη σοφία του κόσμου και όταν δημοσιεύεται δεν του δίνει κανείς σημασία, προφανώς δεν ήταν η μεγαλύτερη σοφία του κόσμου, αλλιώς κάποιος θα το καταλάβαινε».
«Αυτό κι αν ήταν το μεγάλο του όνειρο»
«Τον Σαββόπουλο τον αγαπώ πολύ. Μεγάλωσα μαζί του, είναι ένα κομμάτι ζωής μου ο Σαββόπουλος, όπως και πολλών άλλων ανθρώπων. Η ιδέα ήταν να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ, κατά κάποιο τρόπο όχι μια συνέντευξη, αλλά ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του και τη δουλειά του, για τα τραγούδια του. Και επειδή ήταν ήδη η υγεία του πάρα πολύ εύθραυστη, η δικιά του αγωνία ήταν να προλάβει να το κάνει, να προλάβει να το αφήσει πίσω του.
Για μένα αυτή είναι η χαρά, δηλαδή η ικανοποίησή μου είναι ότι, ωραία, πρόλαβε και το έκανε. Και ήταν χαρούμενος που το έκανε. Όταν τελειώσαμε τα γυρίσματα και ησυχάσαμε, έπρεπε να αρχίσει πρόβες για να πάει να τραγουδήσει στο Rockwave! Αυτό κι αν ήταν το μεγάλο του όνειρο! Ήθελε να τραγουδήσει μια φορά στο Rockwave. Το έκανε και ίσως μετά ένιωθε ότι δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει. Μετά από δύο - τρεις μήνες έφυγε».
«Είχα την... ατυχία να κάνω την τελευταία της συνέντευξη»
«Τέλη Δεκεμβρίου 1993, αρχές Ιανουαρίου 1994, η Μελίνα Μερκούρη έχει ξαναγίνει Υπουργός Πολιτισμού μετά από ένα διάλειμμα που είχαν χάσει τις εκλογές. Είχε γυρίσει λοιπόν στο Υπουργείο και τότε ήταν ένα μεγάλο θέμα με το Μουσείο της Ακρόπολης, διότι υπήρχε ένα τεράστιο θέμα αρχαιολογικό, ήταν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όλοι προεξοφλούσαν ότι δεν θα γίνει ποτέ, ενώ για εκείνη ήταν το όνειρο της ζωής της, ζούσε μόνο γι’ αυτό. Εκ των υστέρων έμαθα, δεν μου το είπε εκείνη, πως όταν έπρεπε να γίνουν επιπλέον μελέτες επειδή οι πρώτες είχαν απορριφθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας και επειδή ο προϋπολογισμός δύσκολα θα χρηματοδοτούσε δεύτερη μελέτη για το ίδιο αντικείμενο, το πλήρωσε με τα δικά της. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάλογο. Δηλαδή, ο Ζυλ Ντασέν και η Μελίνα Μερκούρη πλήρωσαν τη δεύτερη μελέτη για το Μουσείο της Ακρόπολης από τα δικά τους χρήματα, γιατί η πρώτη είχε απορριφθεί. Το θέμα της ζωής της ήταν αυτό, η επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα.
Εγώ ήμουν πολύ άτεχνος τότε, δεν είχα ξανακάνει πολλή τηλεόραση, δηλαδή, στα αλήθεια έκανα με το ένστικτο και κάναμε μια συνέντευξη, οποία στο τέλος εκείνη ήταν πολύ συγκινημένη, όταν μιλούσε γι’ αυτό, σχεδόν έκλαιγε. Γιατί εκείνη ήξερε ότι είναι αρρωστή, ενώ εγώ δεν το ήξερα. Τελειώσαμε τη συνέντευξη, μου είπε, θα φύγω για την Αμερική, γιατί έχω ένα θέμα υγείας, αλλά επειδή μου άρεσε πολύ η συνέντευξή μας, θα σε πάρω τηλέφωνο να τα πούμε μόλις γυρίσω. Και δεν γύρισε ποτέ ως γνωστόν, πέθανε εκεί. Ήταν η τελευταία τη συνέντευξη.
Ξεχωρίζω αυτή τη συνέντευξη γιατί την ξαναείδα πρόσφατα και γιατί είναι πραγματικά μια στιγμή που δεν επαναλαμβάνεται, δηλαδή μια προσωπικότητα που δεν ήταν τυχαία και είχε μια γοητεία τεράστια. Είχα την... ατυχία να κάνω μαζί της την τελευταία συνέντευξη της ζωής της. Και εκ των υστέρων που βλέπω τώρα το υλικό στην κάμερα, λέω καλά δεν κατάλαβες τίποτα; Δηλαδή μιλούσε και δάκρυζε. Γιατί ήξερε ότι είναι άρρωστη. Ήξερε ότι έχει καρκίνο. Και συνεπώς δεν μιλούσε με τη γλώσσα κάποιου που νιώθει ότι έχει μπροστά του 20 χρόνια ζωής, αλλά με τη γλώσσα αυτού ο οποίος ξέρει ότι κάθε μέρα που περνάει είναι πολύτιμη».
«Η εμπιστοσύνη στην Ελλάδα έχει χαθεί»
«Τη δυσπιστία την νιώθουμε όλοι, υπάρχει. Μπορεί να βρει κανείς εξηγήσεις μεγάλες ή μικρότερες. Υπάρχουν γενικότερα προβλήματα, απλώς νομίζω ότι στην Ελλάδα έχουμε το αρνητικό ρεκόρ. Πουθενά η εμπιστοσύνη δεν είναι χαμηλότερη από ό,τι στην Ελλάδα! Αν οι έρευνες λένε αλήθεια, εμπιστευόμαστε ελάχιστα, όχι απλώς την κυβέρνηση, τη Βουλή, τους υπουργούς, τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους δημοσιογράφους, εμπιστευόμαστε λίγο και τους γειτονιές μας, τους συνανθρώπους μας. Η εμπιστοσύνη από άνθρωπο σε άνθρωπο, που στην Ελλάδα κάποτε ήταν πάρα πολύ ψηλή, έχει χαθεί».