Ποια κατηγορία φαρμάκων για την καρδιά είναι άχρηστη και ίσως επικίνδυνη, σύμφωνα με μελέτη
Μελέτη δείχνει ότι οι β-αναστολείς αυξάνουν τον κίνδυνο εμφράγματος στις γυναίκες.
Μια νέα ανάλυση αμφισβητεί έναν από τους πιο καθιερωμένους κανόνες της καρδιολογίας: τη χορήγηση β-αναστολέων σε όλους τους ασθενείς μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η εικόνα δεν είναι ίδια για όλους, και ιδιαίτερα για τις γυναίκες, όπου παρατηρήθηκε μια απρόσμενη και δυνητικά επιβαρυντική συσχέτιση με τη θεραπεία.
Οι β-αναστολείς χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες μετά από έμφραγμα, καθώς μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό και το φορτίο της καρδιάς, με στόχο την πρόληψη νέων επεισοδίων. Ωστόσο, οι περισσότερες κλασικές μελέτες έγιναν σε μια εποχή όπου η αντιμετώπιση του εμφράγματος ήταν πολύ διαφορετική από σήμερα. Στη σύγχρονη εποχή, με άμεση αγγειοπλαστική, στατίνες υψηλής έντασης και διπλή αντιαιμοπεταλιακή αγωγή, το όφελος των β-αναστολέων σε ασθενείς με καλή καρδιακή λειτουργία έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Η μελέτη ήρθε να εξετάσει αυτό ακριβώς το ερώτημα σε σύγχρονες συνθήκες. Συμμετείχαν πάνω από 8.400 ασθενείς από Ισπανία και Ιταλία που είχαν υποστεί οξύ έμφραγμα αλλά διατηρούσαν σχετικά καλή λειτουργία της καρδιάς (κλάσμα εξώθησης άνω του 40%). Οι ασθενείς χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: μία που έλαβε β-αναστολείς και μία που δεν έλαβε. Η παρακολούθηση διήρκεσε κατά μέσο όρο 3,7 χρόνια. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ερευνητές πραγματοποίησαν μια προκαθορισμένη ανάλυση ανά φύλο, ώστε να εξετάσουν αν άνδρες και γυναίκες ανταποκρίνονται με τον ίδιο τρόπο στη θεραπεία. Αυτό κρίθηκε σημαντικό, καθώς είναι γνωστό ότι οι γυναίκες ιστορικά υποεκπροσωπούνται σε καρδιολογικές μελέτες και συχνά εμφανίζουν διαφορετική κλινική εικόνα μετά από έμφραγμα.
Διαφορές σε γυναίκες και άντρες
Τα βασικά χαρακτηριστικά έδειξαν ότι οι γυναίκες ήταν κατά μέσο όρο μεγαλύτερης ηλικίας, με περισσότερα συνοδά νοσήματα όπως υπέρταση και διαβήτη, ενώ είχαν λιγότερο συχνά λάβει πλήρη φαρμακευτική αγωγή σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες. Επίσης, εμφάνιζαν συχνότερα εμφράγματα χωρίς σημαντικές αποφράξεις των στεφανιαίων αρτηριών και υποβάλλονταν λιγότερο συχνά σε επαναιμάτωση. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, οι γυναίκες είχαν συνολικά χειρότερη πρόγνωση από τους άνδρες, με υψηλότερα ποσοστά θανάτου, επανεμφράγματος ή καρδιακής ανεπάρκειας.
Το πιο κρίσιμο εύρημα, όμως, προέκυψε όταν εξετάστηκε η επίδραση των β-αναστολέων. Στις γυναίκες που έλαβαν β-αναστολείς υπήρξε αύξηση περίπου 45% στον σχετικό κίνδυνο. Αντίθετα, στους άνδρες δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά τη θνησιμότητα. Οι γυναίκες που έλαβαν β-αναστολείς είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνες που δεν έλαβαν, ενώ στους άνδρες δεν υπήρξε αντίστοιχη αύξηση. Η διαφορά αυτή φαίνεται να οφείλεται κυρίως σε καρδιακούς θανάτους.
Επιπλέον, η ανάλυση έδειξε ότι η πιθανή επιβλαβής επίδραση των β-αναστολέων στις γυναίκες ήταν πιο έντονη σε όσες είχαν πλήρως διατηρημένη καρδιακή λειτουργία και σε όσες λάμβαναν υψηλότερες δόσεις του φαρμάκου. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι δεν είναι μόνο το φύλο, αλλά και η δόση και η φυσιολογική «αντοχή» της καρδιάς που παίζουν ρόλο.
Πού καταλήγουν οι επιστήμονες
Οι ερευνητές προτείνουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις. Οι γυναίκες μεταβολίζουν διαφορετικά τα φάρμακα, με αποτέλεσμα υψηλότερες συγκεντρώσεις στο αίμα για την ίδια δόση. Επίσης, έχουν μικρότερη καρδιακή μάζα και διαφορετική φυσιολογία της καρδιάς, γεγονός που μπορεί να τις καθιστά πιο ευαίσθητες στη μείωση του καρδιακού ρυθμού και της πίεσης. Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο είναι ότι οι γυναίκες στη μελέτη είχαν ήδη λιγότερη πρόσβαση σε άλλες αποδεδειγμένα προστατευτικές θεραπείες, κάτι που δείχνει ότι οι ανισότητες στη φροντίδα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επηρεάζουν την έκβαση. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι χρειάζονται νέες μελέτες για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα και να καθοριστεί ποιοι ασθενείς ωφελούνται πραγματικά από τους β-αναστολείς μετά από έμφραγμα στη σύγχρονη εποχή της καρδιολογίας.