Ο «Πόλεμος κατά των Ναρκωτικών» αποτελεί μία από τις μακροβιότερες και πιο αμφιλεγόμενες στρατηγικές στην ιστορία της αμερικανικής πολιτικής, η οποία όμως τις τελευταίες ημέρες βγήκε και πάλι στο προσκήνιο, και μάλιστα με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο.
Ξεκίνησε επίσημα το 1971, όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον χαρακτήρισε τα ναρκωτικά ως τον «υπ’ αριθμόν ένα εχθρό της αμερικανικής κοινωνίας» και κορυφώθηκε θεσμικά τη δεκαετία του 1980 επί Ρόναλντ Ρίγκαν. Πενήντα και πλέον χρόνια αργότερα, η ρητορική και η λογική αυτού του «πολέμου» επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο, αυτή τη φορά μέσα από τις κινήσεις και τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, με αφορμή τη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.
1971: Η απαρχή με τον Νίξον
Τον Ιούνιο του 1971, ο Νίξον εγκαινίασε επίσημα τον όρο War on Drugs, συνδέοντας τη χρήση και τη διακίνηση ναρκωτικών με την εγκληματικότητα, την κοινωνική αποσύνθεση και –υπόγεια– με πολιτικές απειλές. Όπως αποκαλύφθηκε δεκαετίες αργότερα από συνεργάτες του, η στρατηγική αυτή δεν ήταν μόνο ζήτημα δημόσιας υγείας, αλλά και εργαλείο πολιτικού ελέγχου: στόχευε δυσανάλογα σε αφροαμερικανικές κοινότητες και στο αντιπολεμικό κίνημα της εποχής.
Η ίδρυση και ενίσχυση της DEA αποτέλεσε βασικό πυλώνα αυτής της πολιτικής, μετατρέποντας το ζήτημα των ναρκωτικών σε υπόθεση εθνικής ασφάλειας.
1982: Ο Ρίγκαν και η κλιμάκωση
Στις 14 Οκτωβρίου 1982, ο Ρόναλντ Ρίγκαν έδωσε στον «Πόλεμο κατά των Ναρκωτικών» νέο βάθος και ένταση. Από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, περιέγραψε τα ναρκωτικά ως «εχθρό της κοινωνίας» και δεσμεύτηκε για μια «ολοκληρωτική μάχη». Δεν επρόκειτο πλέον μόνο για ρητορική: θεσμοθετήθηκαν υποχρεωτικές ελάχιστες ποινές, περιορίστηκε η διακριτική ευχέρεια των δικαστών και άνοιξε ο δρόμος για μαζικές φυλακίσεις.
Η εμφάνιση του κρακ –ενός φθηνού και ιδιαίτερα εθιστικού παραγώγου της κοκαΐνης– αξιοποιήθηκε πολιτικά κατά κόρον. Τα ΜΜΕ πρόβαλλαν εικόνες από φτωχές συνοικίες της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες, δημιουργώντας την αίσθηση μίας πρωτοφανούς εθνικής κρίσης. Έτσι, ο Ρίγκαν δεν δίαστασε να μεταφέρει το ζήτημα από το πεδίο της κοινωνικής πολιτικής σε εκείνο της «εσωτερικής ασφάλειας».
Παράλληλα, η Πρώτη Κυρία τότε Νάνσι Ρίγκαν λάνσαρε την καμπάνια «Just Say No», μια απλουστευτική προσέγγιση που επικρίθηκε ως επικοινωνιακή βιτρίνα ενός βαθιά τιμωρητικού συστήματος.
Μαζικές φυλακίσεις και ενίσχυση των ανισοτήτων
Τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης καμπάνιας ήταν δραματικά. Οι κρατούμενοι για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά αυξήθηκαν από περίπου 40.000 το 1980 σε πάνω από 400.000 στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Οι φυλακές γέμισαν δυσανάλογα με Αφροαμερικανούς και Λατινοαμερικανούς, ενώ οι ποινές για το κρακ ήταν έως και 100 φορές αυστηρότερες από εκείνες για την ίδια ποσότητα κοκαΐνης σε σκόνη.
Μεταγενέστερες μελέτες κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: η χρήση ναρκωτικών δεν μειώθηκε ουσιαστικά, ενώ οι κοινωνικές ανισότητες και το φαινόμενο της μαζικής φυλάκισης εκτοξεύθηκαν.
2020s: Ο Τραμπ και η επιστροφή της πολεμικής λογικής
Στον 21ο αιώνα, ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει τη λογική του «πολέμου», αυτή τη φορά με σαφή διεθνή διάσταση. Με αφορμή τη Βενεζουέλα, ο Τραμπ συνέδεσε ευθέως τη διακίνηση ναρκωτικών με ξένα κράτη, αποκαλώντας τη χώρα της Λατινικής Αμερικής ως «ναρκο-κράτος» και παρουσιάζοντας τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο ως πράξη απονομής δικαιοσύνης και προστασίας της αμερικανικής κοινωνίας.
Σε αντίθεση με τον Ρίγκαν, που εστίασε κυρίως στο εσωτερικό μέτωπο, ο Τραμπ μετέφερε το αφήγημα στο εξωτερικό με τα καρτέλ, τις «εχθρικές κυβερνήσεις» και τη Λατινική Αμερική να παρουσιάζονται ως πηγή της απειλής. Η ρητορική θυμίζει ψυχροπολεμικά δόγματα και συνδυάζει τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» με γεωπολιτικά και ενεργειακά συμφέροντα.
Ένας πόλεμος χωρίς τέλος;
Από τον Νίξον έως τον Τραμπ, ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» μεταλλάχθηκε, αλλά δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Άλλαξε στόχους, άλλαξε μέσα, άλλαξε γεωγραφία. Παρέμεινε, όμως, ένα ισχυρό πολιτικό εργαλείο: ένα αφήγημα φόβου, τάξης και ελέγχου, που συχνά λειτούργησε περισσότερο ως μηχανισμός εξουσίας παρά ως αποτελεσματική πολιτική δημόσιας υγείας.
Η ιστορία δείχνει ότι, μισό αιώνα μετά την κήρυξή του, αυτός ο «πόλεμος» δεν έχει κερδηθεί. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν είναι αν επαναλαμβάνεται, αλλά αν οι κοινωνίες είναι πλέον έτοιμες να αναγνωρίσουν το πραγματικό του κόστος – και να αναζητήσουν μια διαφορετική προσέγγιση.