Ψυχοπάθεια και εργασία: Νέα μελέτη αμφισβητεί το στερεότυπο του «ψυχρού αλλά ικανού» υπαλλήλου
Η ψυχοπάθεια στον εργασιακό χώρο δεν είναι πλεονέκτημα, αλλά παράγοντας κινδύνου για οργανισμούς και ομάδες.
O «σκληρός» και αδίστακτος εργαζόμενος δεν είναι απαραίτητα αποτελεσματικός και παραγωγικός. Μια νέα επιστημονική μελέτη δείχνει το αντίθετο, καταλήγοντας ότι οι σκοτεινές πλευρές της προσωπικότητας, όπως ο ναρκισσισμός, όχι μόνο δεν βελτιώνουν την απόδοση στην εργασία, αλλά συνδέονται συστηματικά με χαμηλότερη ποιότητα δουλειάς και περισσότερες επιβλαβείς συμπεριφορές στον εργασιακό χώρο. Τα ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν στο Journal of Applied Psychology, φωτίζουν με σαφήνεια τις συνέπειες αυτών των χαρακτηριστικών στην καθημερινή λειτουργία των εταιρειών.
Όπως αναφέρεται στο PsyPost, η ψυχοπάθεια δεν αφορά μόνο ακραίες περιπτώσεις εγκληματικής συμπεριφοράς. Περιλαμβάνει στοιχεία όπως έλλειψη ενσυναίσθησης, επιφανειακά συναισθήματα, παρορμητικότητα και μειωμένο αίσθημα ενοχής. Στο εργασιακό περιβάλλον, αυτά τα στοιχεία μπορεί να εκφραστούν με χειριστικότητα, αδιαφορία για τους άλλους ή παραβίαση κανόνων. Οι ερευνητές διακρίνουν την ψυχοπάθεια σε δύο βασικές μορφές, οι οποίες δεν έχουν ίδιες αιτίες ούτε ίδιες συνέπειες.
Οι δύο μορφές ψυχοπάθειας
Η λεγόμενη πρωτογενής ψυχοπάθεια χαρακτηρίζεται από συναισθηματική ψυχρότητα, χαμηλό άγχος και μια σχεδόν «ψύχραιμη» αυτοκυριαρχία. Άτομα με αυτά τα γνωρίσματα συχνά εμφανίζονται σίγουρα για τον εαυτό τους, κυριαρχικά και υπολογιστικά, χωρίς έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις. Η βιβλιογραφία συνδέει αυτά τα χαρακτηριστικά κυρίως με βιολογικούς παράγοντες και ιδιοσυγκρασία. Αν και κάποιες φορές εκλαμβάνονται ως «χαρισματικά», τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε καλύτερη εργασιακή απόδοση.
Η δευτερογενής ψυχοπάθεια, που σχετίζεται πιο έντονα με δυσμενείς εμπειρίες ζωής, όπως τραύμα ή ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, εκδηλώνεται με παρορμητικότητα, συναισθηματική αστάθεια, εχθρικότητα και αυξημένη ευαισθησία στο στρες. Τα άτομα αυτά τείνουν να αντιδρούν επιθετικά και να δυσκολεύονται να ελέγξουν τα συναισθήματά τους, ειδικά σε πιεστικές συνθήκες, με αποτέλεσμα με την παρουσία τους να υπάρχουν πιο έντονες αρνητικές επιπτώσεις στον χώρο εργασίας.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Οι ερευνητές συγκέντρωσαν και ανέλυσαν δεδομένα από 166 ανεξάρτητα δείγματα, που αντιστοιχούν σε περισσότερες από 49.000 μετρήσεις ψυχοπαθητικών χαρακτηριστικών. Οι μελέτες καλύπτουν περίοδο από το 2008 έως το 2024 και εξετάζουν τη σχέση αυτών των χαρακτηριστικών με τρεις βασικούς άξονες: την απόδοση στα καθήκοντα, τις λεγόμενες συμπεριφορές οργανωσιακής υπευθυνότητας και τις αντιπαραγωγικές συμπεριφορές στον χώρο εργασίας.
Τι αποκάλυψε η έρευνα
Τα αποτελέσματα είναι ξεκάθαρα. Όσο πιο έντονα είναι τα ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά, τόσο χαμηλότερη είναι η απόδοση στα βασικά εργασιακά καθήκοντα και τόσο λιγότερο συχνές είναι η θετική, «εθελοντική» προσφορά, όπως η βοήθεια σε συναδέλφους ή η ανάληψη πρωτοβουλιών. Παράλληλα, αυξάνονται οι αντιπαραγωγικές συμπεριφορές, όπως η σκόπιμη αμέλεια, η υπονόμευση ή ο εκφοβισμός. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των αρνητικών επιδράσεων αποδίδεται στη δευτερογενή ψυχοπάθεια.
Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι παράγοντες όπως η ηλικία, τα χρόνια παραμονής σε έναν οργανισμό και η ιεραρχική θέση επηρεάζουν το πώς εκδηλώνονται αυτά τα χαρακτηριστικά. Παρότι η ανάλυση δεν επιτρέπει να αποσαφηνιστούν οι βαθύτεροι μηχανισμοί –όπως η εμπιστοσύνη ή η αίσθηση δικαιοσύνης στις εργασιακές σχέσεις– ενισχύει την εικόνα ότι, συνολικά, η ψυχοπάθεια αποτελεί βάρος και όχι πλεονέκτημα για την ομαλή λειτουργία των οργανισμών.