Το Ιράκ διδάσκει, ο Τραμπ... αγνοεί: Το φάντασμα του 2003 πλανάται πάνω από το μπρα ντε φερ ΗΠΑ-Ιράν
Παρότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του, η αμερικανική στρατιωτική κινητοποίηση στην Μέση Ανατολή είναι η μεγαλύτερη εδώ και 20, και κάτι, χρόνια.
Αν η πολιτική καριέρα του Ντόναλντ Τραμπ χτίστηκε πάνω στα ερείπια της εμπιστοσύνης που κατέρρευσε μετά τον πόλεμο στο Ιράκ, η ιστορία, αυτή τη φορά, ίσως ετοιμάζεται να παίξει ένα ειρωνικό παιχνίδι. Γιατί ο άνθρωπος που πολιτικά ανδρώθηκε καταγγέλλοντας τα «ατελείωτα πολεμικά τέλματα» του κατεστημένου, μοιάζει στο σήμερα να φλερτάρει με ρητορικές και στρατηγικές που θυμίζουν επικίνδυνα την εποχή του Τζορτζ Μπους και την καταστροφική μετά το 2003 πορεία στη Μέση Ανατολή.
Όπως αναφέρει δημοσίευμα του CNN, παρότι δεν έχει, επισήμως τουλάχιστον, λάβει απόφαση για στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν, η αμερικανική στρατιωτική κινητοποίηση στην περιοχή είναι η μεγαλύτερη από την εισβολή που ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν. Μια πρωτοφανής συγκέντρωση ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων που λειτουργεί ταυτόχρονα ως μοχλός πίεσης και ως παγίδα κύρους.
Διπλωματία με το δάχτυλο στη σκανδάλη
Θεωρητικά, η επίδειξη ισχύος θα μπορούσε να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε ουσιαστικές παραχωρήσεις στις συνομιλίες που επανεκκινούν στη Γενεύη. Στην πράξη, όμως, αν δεν υπάρξει μια θεαματική διπλωματική πρόοδος, πώς θα αποσυρθεί μια τέτοια αρμάδα χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός; Η αναδίπλωση χωρίς αποτέλεσμα θα έπληττε καίρια το προφίλ αποφασιστικότητας που καλλιεργεί, καιρό τώρα, ο Τραμπ.
Η ειρωνεία βαθαίνει αν αναλογιστεί κανείς ότι η πολιτική του βάση, το κίνημα MAGA, θεμελιώθηκε στην αποστροφή προς τις «ατέρμονες ξένες περιπέτειες». Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει ένα συνεκτικό, πειστικό αφήγημα για το γιατί ένας πόλεμος με το Ιράν είναι αναγκαίος ή αναπόφευκτος.
Σε αντίθεση με τον Μπους, ο οποίος επί μήνες οικοδομούσε, έστω και πάνω σε σαθρά, όπως αποδείχθηκαν, στοιχεία, την επιχειρηματολογία περί όπλων μαζικής καταστροφής, ο Τραμπ προσφέρει αποσπασματικές και συχνά αντιφατικές αιτιολογήσεις. Ο στρατός μπορεί να είναι σε επιφυλακή. Η αμερικανική κοινή γνώμη, όμως, δεν έχει προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο σύγκρουσης.
Το αίνιγμα των πυραύλων
Στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης, ο Τραμπ επανέλαβε το κλασικό προεδρικό δόγμα: «Το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνική βόμβα». Ωστόσο, ο ίδιος είχε ισχυριστεί πέρυσι ότι «εξάλειψε» το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης – μια αντίφαση που γεννά ερωτήματα αξιοπιστίας.
Οι ιστορικές αναλογίες έγιναν πιο ηχηρές όταν μίλησε για ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους που απειλούν την Ευρώπη και ενδεχομένως, στο μέλλον, τις ίδιες τις ΗΠΑ. Το επιχείρημα θυμίζει ανατριχιαστικά τη ρητορική του 2002, όταν ο Μπους, σε ομιλία στο Σινσινάτι, προειδοποιούσε για ιρακινούς πυραύλους και πιθανά χημικά πλήγματα, ενώ ο τότε αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι μιλούσε για «πυρηνικό εκβιασμό».
Η Ιστορία απέδειξε πόσο καταστροφική μπορεί να γίνει η υπερεκτίμηση απειλών. Και το Ιράν, σε αντίθεση με το Ιράκ του 2003, είναι ένα πιο συμπαγές και στρατιωτικά ισχυρό κράτος, με βαθιά ριζωμένους μηχανισμούς εξουσίας.
Ποιος θα γεμίσει το κενό;
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της εποχής Μπους ήταν η αφέλεια στον σχεδιασμό της «επόμενης μέρας». Η διάλυση του ιρακινού κράτους οδήγησε σε θρησκευτική βία και εξέγερση. Σήμερα, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα τι θα συμβεί αν ένα αμερικανικό πλήγμα αποσταθεροποιήσει ή ανατρέψει το ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς.
Το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με εκτιμήσεις αμερικανικών υπηρεσιών, θα ήταν η ενίσχυση του Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, μιας ακόμη πιο σκληροπυρηνικής δύναμης. Με άλλα λόγια, η «λύση» θα μπορούσε να παραγάγει ένα καθεστώς εξίσου, αν όχι περισσότερο, αντιαμερικανικό.
Η Τεχεράνη, άλλωστε, έχει διδαχθεί από την τύχη ηγετών όπως ο Μουαμάρ Καντάφι. Η εγκατάλειψη προγραμμάτων όπλων δεν εγγυήθηκε την επιβίωσή του. Γιατί λοιπόν να εμπιστευθεί η Ισλαμική Δημοκρατία ότι η πλήρης υποχώρηση δεν θα ανοίξει τον δρόμο για την πτώση της;
Η γοητεία της «εύκολης νίκης»
Ο Τραμπ εμφανίζεται βέβαιος ότι, αν ληφθεί απόφαση, μια στρατιωτική αναμέτρηση θα είναι «εύκολη υπόθεση». Παρόμοια αισιοδοξία συνόδευε το δόγμα «σοκ και δέος» το 2003. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη και αιματηρή.
Κι όμως, ο πειρασμός είναι υπαρκτός. Με τα περιφερειακά δίκτυα της Τεχεράνης αποδυναμωμένα και την εσωτερική δυσαρέσκεια να σιγοβράζει, η Ουάσιγκτον ίσως θεωρεί ότι η συγκυρία είναι ευνοϊκή. Η εξουδετέρωση των πυρηνικών και πυραυλικών προγραμμάτων θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τη γεωπολιτική ισορροπία, να ενισχύσει την ασφάλεια του Ισραήλ και θεωρητικά να ανοίξει δρόμο για οικονομική αναγέννηση στην περιοχή.
Κληρονομιά ή επανάληψη λαθών;
Για τον Τραμπ, το διακύβευμα δεν είναι μόνο γεωστρατηγικό αλλά και ιστορικό. Αν πετύχει εκεί όπου απέτυχαν οι Τζίμι Κάρτερ, Ρόναλντ Ρίγκαν, Τζορτζ Μπους, Μπιλ Κλίντον, Μπαράκ Ομπάμα και Τζο Μπάιντεν, θα μπορεί να διεκδικήσει μια θέση στην Ιστορία ως ο πρόεδρος που «εκδίωξε τους Αγιατολάχ».
Αν, όμως, οι υπολογισμοί αποδειχθούν εσφαλμένοι, το φάντασμα του Ιράκ θα επιστρέψει όχι ως προειδοποίηση, αλλά ως επανάληψη.
Και τότε, το τίμημα δεν θα είναι μόνο πολιτικό. Θα είναι γεωπολιτικό, ανθρώπινο και ίσως ιστορικά βαρύτερο από όσο φαντάζονται σήμερα όσοι μιλούν για «εύκολες νίκες».