Το νερό της βρύσης πιο καθαρό από το εμφιαλωμένο (σε ότι αφορά τα μικροπλαστικά)
Νέα μελέτη δείχνει ότι το εμφιαλωμένο νερό μπορεί να περιέχει περισσότερα νανοπλαστικά από το νερό βρύσης.
Νέα επιστημονικά δεδομένα φέρνουν στο προσκήνιο μια πιο ανησυχητική πραγματικότητα: ορισμένα εμφιαλωμένα νερά μπορεί να περιέχουν σημαντικά περισσότερα μικροσκοπικά πλαστικά σωματίδια σε σχέση με το επεξεργασμένο νερό βρύσης, εγείροντας ερωτήματα για τη μακροχρόνια έκθεση του ανθρώπου σε αυτά.
Τα λεγόμενα μικροπλαστικά και νανοπλαστικά προκύπτουν όταν μεγαλύτερα κομμάτια πλαστικού διασπώνται σε ολοένα και μικρότερα θραύσματα. Αυτά τα σωματίδια έχουν πλέον εξαπλωθεί σχεδόν παντού στο περιβάλλον: σε ποτάμια, λίμνες, ακόμη και σε συστήματα ύδρευσης. Το πρόβλημα είναι ότι όσο μικραίνουν, τόσο πιο εύκολα περνούν απαρατήρητα αλλά και δυνητικά εισέρχονται στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της κατανάλωσης νερού.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Για να αξιολογήσουν την έκθεση των καταναλωτών, ερευνητές εξέτασαν δείγματα από τέσσερις μονάδες επεξεργασίας νερού, καθώς και έξι διαφορετικές μάρκες εμφιαλωμένου νερού. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το εμφιαλωμένο νερό περιείχε περίπου τριπλάσια ποσότητα νανοπλαστικών σε σχέση με το επεξεργασμένο νερό βρύσης, σύμφωνα με τη Megan Jamison Hart από το Πανεπιστήμιο του Οχάιο, η οποία συμμετείχε στη μελέτη.
Η ίδια υπογράμμισε ότι οι καταναλωτές μπορούν να κάνουν επιλογές που μειώνουν την έκθεσή τους σε τέτοιους ρύπους, προτείνοντας, σε γενικές γραμμές, το νερό βρύσης ως προτιμότερη λύση για την καθημερινή ενυδάτωση. Όπως σημείωσε, για τον μέσο άνθρωπο που απλώς διψά, το νερό της βρύσης μπορεί να είναι μια πιο «καθαρή» επιλογή από το εμφιαλωμένο, το οποίο έρχεται ήδη σε επαφή με πλαστικές συσκευασίες.
Ένα σημαντικό στοιχείο της έρευνας είναι ότι βασίστηκε σε νέες τεχνικές ανίχνευσης. Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες μπορούσαν να εντοπίσουν κυρίως τα μεγαλύτερα μικροπλαστικά. Ωστόσο, τα νανοπλαστικά—πολύ μικρότερα σε μέγεθος—ήταν δύσκολο να μετρηθούν. Η ερευνητική ομάδα συνδύασε προηγμένες τεχνικές απεικόνισης και χημικής ανάλυσης, καταφέρνοντας να εντοπίσει σωματίδια σε πολύ μικρότερη κλίμακα από ό,τι στο παρελθόν.
Τα νανοπλαστικά μεγαλύτερο πρόβλημα από τα μικροπλαστικά
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science of The Total Environment και έρχεται να προστεθεί σε ένα αυξανόμενο σώμα ερευνών που εξετάζει την παρουσία πλαστικών σωματιδίων στο πόσιμο νερό. Το βασικό εύρημα, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι ότι τα νανοπλαστικά αποτελούν μεγαλύτερο μέρος της ρύπανσης απ’ όσο πιστευόταν μέχρι σήμερα, κάτι που πιθανώς σημαίνει ότι δεν είχε αναγνωριστεί το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις.
Αν και οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε σαφή συμπεράσματα για τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, υπάρχουν αυξανόμενες ανησυχίες. Ο λόγος είναι ότι τα νανοπλαστικά, λόγω του εξαιρετικά μικρού μεγέθους τους, μπορεί θεωρητικά να διαπερνούν βιολογικά φράγματα στον οργανισμό και να φτάνουν σε ιστούς ή όργανα όπου δεν θα έπρεπε να βρίσκονται.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει άμεσος και αποδεδειγμένος κίνδυνος, αλλά ότι τα δεδομένα είναι ακόμη περιορισμένα. Η απουσία πλήρους γνώσης, όμως, οδηγεί την επιστημονική κοινότητα σε μια πιο προληπτική στάση, καθώς η χρόνια έκθεση σε τέτοιου είδους σωματίδια δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας είναι ότι πολλά από τα πλαστικά σωματίδια στο εμφιαλωμένο νερό φαίνεται να προέρχονται από την ίδια τη συσκευασία. Η φθορά του πλαστικού μπουκαλιού ή η επαφή με το νερό μπορεί να απελευθερώνει μικροσκοπικά σωματίδια, τα οποία καταλήγουν στο τελικό προϊόν που καταναλώνουμε.
Στο επεξεργασμένο νερό βρύσης, από την άλλη, η προέλευση των σωματιδίων είναι λιγότερο ξεκάθαρη, κάτι που δείχνει ότι η ρύπανση είναι πλέον ευρύτερη και δεν περιορίζεται μόνο στις πλαστικές συσκευασίες. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι περισσότερες από τις μισές ανιχνεύσιμες ουσίες στο δείγμα ήταν νανοπλαστικά, γεγονός που δείχνει πόσο διαδεδομένο έχει γίνει το φαινόμενο.
Τι σημαίνουν τα αποτελέσματα για την υγεία και το μέλλον
Παράλληλα, η έρευνα ανοίγει τον δρόμο για τη βελτίωση των τεχνολογιών καθαρισμού νερού. Η ακριβέστερη κατανόηση του τι περιέχει το πόσιμο νερό μπορεί να βοηθήσει στον σχεδιασμό πιο αποτελεσματικών συστημάτων επεξεργασίας, ικανών να απομακρύνουν ακόμη και τα μικρότερα σωματίδια.