Υπάρχουν πολλές σειρές που προσπαθούν να βγάλουν γέλιο μέσα από μια τρομακτική ιστορία και συνήθως κάπου χάνουν την ισορροπία. Μπορεί το χιούμορ να είναι υπερβολικά ειρωνικό, μπορεί ο τρόμος να φαίνεται περισσότερο ως παρωδία, μπορεί τα αστεία να μπαίνουν απλώς για να μαλακώσουν την ένταση αλλά δεν ενσωματώνονται οργανικά.
Το Widow’s Bay, η σειρά της Apple TV+ κατάφερε να αποφύγει όλες αυτές τις παγίδες και στην πορεία να κερδίσει 14 Emmys.Και πλέον μπαίνει στην ίδια πρόταση με το Twin Peaks χωρίς διαμαρτυρίες για «ιεροσυλία».
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια θεωρητικά ήσυχη, απομονωμένη πόλη της Νέας Αγγλίας, το Widow’s Bay, η οποία είναι οποία σε γενικές γραμμές καταραμένη. Ο καιρός είναι άθλιος, η οικονομία πάει κατά διαόλου, ενώ έχουν σημειωθεί ουκ ολίγοι φόνοι, μέχρι και περιστατικά κανιβαλισμού. Το περίεργο είναι ότι οι «νοικοκυραίοι» κάτοικοι έχουν αποδεχτεί την πραγματικότητα και δεν θέλουν να κάνουν τίποτα για να την αλλάξουν. Η πιο μεγάλη απειλή για αυτούς είναι ο τουρισμός.
Τα προβλήματα ξεκινούν ηθελημένα. Ο δήμαρχος Tom Loftis, τον οποίο υποδύεται ο Matthew Rhys, αποφασίζει ότι η πόλη ή αλλάζει ή βουλιάζει. Το σχέδιό του είναι φιλόδοξο: να μετατρέψει το Widow’s Bay σε έναν τουριστικό προορισμό στα πρότυπα του Martha’s Vineyard. Για τον ίδιο, η οικονομική επιτυχία περνά από τους επισκέπτες, τις επενδύσεις και ένα γενικό facelift. Οι παλιοί κάτοικοι, αντίθετα, βλέπουν τους τουρίστες με μισό μάτι. Ο Wyck Crawford (Stephen Root), ένας δύστροπος θαλασσόλυκος, είναι από εκείνους που προειδοποιούν ότι κάτι πολύ χειρότερο από την τουριστική ανάπτυξη ετοιμάζεται να συμβεί.
Κάπως έτσι η σύγκρουση για το μέλλον του νησιού γίνεται μια ξεχωριστή διάσταση του σεναρίου, πέρα από τις ιστορίες τρόμου. Ο δήμαρχος αντιμετωπίζει τους θρύλους ως δεισιδαιμονίες και υπερβολές που δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο στα πλάνα του. Όταν όμως αρχίζει να βλέπει με τα μάτια του τον τρόμο, αλλάζει γνώμη. Η διαμονή σε ένα στοιχειωμένο πανδοχείο και η συνάντησή του με μια μάγισσα τον πείθουν ότι το Widow’s Bay χρειάζεται άλλου τύπου σωτηρία.
Και εδώ μπαίνει η κωμωδία χαρακτήρων. Ο δήμαρχος πρέπει να αποφασίσει αν θα προστατεύσει την τουριστική καμπάνια του ή αν θα επιβάλει απαγόρευση κυκλοφορίας για να προστατεύσει τους κατοίκους. Η βοηθός του, Patricia Moyer (Kate O’Flynn), είναι μια αγχώδης, εκκεντρική γυναίκα που προσπαθεί διαρκώς να βρει τη θέση της σε έναν κόσμο όπου όλα φαίνεται να πηγαίνουν στραβά. Η O’Flynn δίνει στον χαρακτήρα μια νευρική ενέργεια που γίνεται σταδιακά ένα από τα μεγαλύτερα ατού της σειράς. Δίπλα της βρίσκεται ένα καστ γεμάτο ηθοποιούς που ξέρουν να δημιουργούν χαρακτήρες μέσα σε λίγες ατάκες και κινήσεις.
Ο Matthew Rhys φαίνεται να το απολαμβάνει περισσότερο από όλους. Έχοντας γίνει γνωστός μέσα από πολύ πιο σοβαρούς ρόλους, αποδίδει έναν άνθρωπο που προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία του, ενώ σταδιακά καταλαβαίνει ότι οι χειρότερες ιστορίες που άκουγε από τους ντόπιους ήταν αληθινές. Το Widow’s Bay όμως χρησιμοποιεί αυτή την οικεία κατάσταση ως αφετηρία για κάτι πολύ πιο σκοτεινό. Όσο περισσότερο επενδύεις συναισθηματικά στην αμηχανία και την ανασφάλεια της Patricia, τόσο πιο αποτελεσματική γίνεται η αλλαγή που ακολουθεί.
Ποιος βρίσκεται πίσω από τη σειρά; Η δημιουργός Katie Dippold που κεφαλαιοποιεί τη μεγάλη της εμπειρία από τα Parks and Recreation, The Heat και το reboot του Ghostbusters. Η ίδια έχει περιγράψει την εμπειρία της σε ένα «στοιχειωμένο» σπίτι όταν ήταν παιδί. Αυτός ο συνδυασμός φόβου και ενθουσιασμού ήταν το όραμά της για το Widow’s Bay και οι θεατές το λάτρεψαν.
Στυλιστικά, το Widow’s Bay πατάει γερά πάνω στα horror των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Οι επιρροές από ταινίες όπως Jaws, Halloween, The Fog και The Wicker Man είναι διάσπαρτες στην αισθητική και στις ιδέες της, ενώ η σκιά του Stephen King βρίσκεται παντού. Η αίσθηση είναι σκόπιμα ρετρό, σαν μια ιστορία που θα μπορούσε να είχε βγει από μια άλλη εποχή και απλώς να προβάλλεται στη σύγχρονη τηλεόραση.
Όπως αναφέραμε, η πιο προφανής σύγκριση είναι με το Twin Peaks. Ο David Lynch είχε δείξει πόσο παράξενα καλά μπορούν να συνυπάρξουν το κωμικό και το σκοτεινό μέσα στην ίδια σκηνή. Αν υπάρχει κάποια διαφορά είναι ό,τι το Widow’s Bay κινείται σε πολύ πιο ανάλαφρο ύφος· δεν ενδιαφέρεται τόσο για τον ψυχολογικό παράγοντα όσο για τις ίδιες τις ιστορίες τρόμου που ακούγαμε εξ απαλών ονύχων. Παίρνει γνώριμα κινηματογραφικά μοτίβα, τα μεταφέρει σε μια σύγχρονη μικρή κοινότητα και τα αφήνει να συγκρουστούν με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν πολύ καθημερινά προβλήματα.
Αυτό είναι ίσως το μεγάλο κόλπο της σειράς. Παίρνει ιστορίες που μοιάζουν γνώριμες: ένα πάρτι που πρέπει να πετύχει, μια παρέα που μπλέκει με ψυχεδελικά μανιτάρια, παράξενους ξένους, μια νύχτα σε ένα στοιχειωμένο πανδοχείο. H σειρά αποπνέει αυτοπεποίθηση ώστε αλλάζει ύφος (από τον τρόπο στο κωμικό και πάλι πίσω) ίσως πιο γρήγορα από όσο θα μπορούσες να παρακολουθήσεις.
Στο τέλος, το Widow’s Bay είναι αυτό που κρατά τους πάντες ενωμένους. Οι κάτοικοί του φοβούνται το μέλλον, νοσταλγούν το παρελθόν και ταυτόχρονα προσπαθούν να επιβιώσουν από κάτι που υπάρχει πολύ πριν από όλους τους. Στο τέλος της ημέρας το μόνο που έχουν είναι ο ένας τον άλλον και θα πρέπει να ζήσουν όλοι μαζί στο ίδιο χωριό. Σου θυμίζει τη σημερινή φοβική Αμερική; Ε, είναι γιατί το κάνει.