Γεννημένος το 1945, ο Milo Manara εξελίχθηκε στον πρωτομάστορα του ερωτικού κόμικ, σε έναν αρτίστα που η δουλειά του έγινε μέρος της δημοφιλούς κουλτούρας, παρότι το θέμα του, η γυναίκα και ο ερωτισμός, υπήρξε ταμπού για δεκαετίες. Η πορεία του ξεκίνησε πουλώντας σχέδια για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του στην αρχιτεκτονική.
Τελικά η «γνωριμία» του με ηρωίδες όπως η Barbarella του Jean-Claude Forest και η Jodelle του Guy Peellaert τον έστρεψε οριστικά προς τον κόσμο των κόμικς. Στην πορεία δημιούργησε ποπ αριστουργήματα που θα συζητούνται για δεκαετίες ακόμα.
Ο Manara έκανε τα πρώτα του βήματα στα κόμικς το 1969, σχεδιάζοντας τη σειρά Genius, μία από τις λεγόμενες fumetti neri ιστορίες μικρού σχήματος που γνώριζαν τότε μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία. Την επόμενη χρονιά συνεργάστηκε με το περιοδικό Terror, ενώ από το 1971 ανέλαβε το σχέδιο της Jolanda de Almaviva, μιας ερωτικής σειράς σε σενάριο του Francisco Rubino. Παράλληλα, η δουλειά του στο νεανικό περιοδικό Il Corriere dei Ragazzi τον έφερε κοντά σε σημαντικούς Ιταλούς δημιουργούς, με τους οποίους θα συνεργαζόταν τα επόμενα χρόνια.
Η δεκαετία του 1970 ήταν για τον Manara μια περίοδος αναζήτησης και πειραματισμού. Μαζί με τον Silverio Pisú δημιούργησε σειρές όπως οι Telerompo, Strategia della Tensione και Alessio, Il Borghese Rivoluzionario, ενώ συνεργάστηκε και με τον Mino Milani. Το 1976, οι δυο τους παρουσίασαν στο Alter Linus το Lo Scimmiotto, μια δική τους εκδοχή της ιστορίας του Sun Wukong, του θρυλικού Monkey King της κινεζικής παράδοσης. Δύο χρόνια αργότερα, σε συνεργασία με τον Alfredo Castelli, ακολούθησε το L'Uomo delle Nevi. Την ίδια περίοδο ο Manara άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του και σε σημαντικά γαλλόφωνα περιοδικά, όπως τα Charlie Mensuel, Pilote και L'Écho des savanes, διευρύνοντας σταδιακά την παρουσία του έξω από την Ιταλία.
Αυτή η αναζήτηση διαφορετικών αφηγηματικών δρόμων τον οδήγησε και σε ένα από τα πιο προσωπικά έργα της καριέρας του. Για το περιοδικό (À Suivre) δημιούργησε τις πρώτες ιστορίες του Giuseppe Bergman, ενός ήρωα μέσα από τον οποίο μπορούσε να εξερευνήσει όχι μόνο την περιπέτεια, αλλά και την ίδια τη φύση της αφήγησης και της δημιουργίας. Την ίδια περίοδο διαμορφώθηκε και η σχέση του με τον Hugo Pratt, μία από τις σημαντικότερες φιγούρες στην καλλιτεχνική του πορεία. Ο Pratt αποτέλεσε την έμπνευση για τον χαρακτήρα HP, ενώ οι δύο δημιουργοί συνεργάστηκαν αργότερα σε έργα όπως το Tutto ricominciò con un'estate indiana (Indian Summer) το 1983 και το El Gaucho το 1991. Ο Manara συνεργάστηκε επίσης σε δύο ιστορίες με έναν ακόμη δημιουργό που θαύμαζε ιδιαίτερα, τον Federico Fellini.
Μέσα από αυτή τη διαδρομή, ο Manara είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνει τα βασικά χαρακτηριστικά του προσωπικού του ύφους: την έμφαση στην εικόνα, την κινηματογραφική αφήγηση, την έντονη παρουσία της γυναικείας μορφής και, κυρίως, την ελευθερία να κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Ήταν στοιχεία που υπήρχαν ήδη στη δουλειά του, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1980 θα έβρισκαν την πιο χαρακτηριστική τους έκφραση.
Τότε ήταν που το ερωτικό στοιχείο πέρασε οριστικά στο κέντρο του έργου του. Με το Il Gioco —γνωστό διεθνώς ως Click ή Le Déclic—, το Il Profumo dell'invisibile και αργότερα το Candid Camera, ο Manara δημιούργησε ιστορίες στις οποίες η γυναικεία ομορφιά, η επιθυμία και η φαντασία συνυπήρχαν με το παράδοξο και το απρόβλεπτο. Η επιτυχία αυτών των έργων εδραίωσε τη φήμη του ως ενός από τους σημαντικότερους δημιουργούς του ερωτικού κόμικ, αλλά ταυτόχρονα έκανε το σχέδιό του αναγνωρίσιμο πολύ πέρα από τα όρια του συγκεκριμένου είδους.
Η φήμη αυτή σύντομα πέρασε και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το Lo Scimmiotto δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο αμερικανικό Heavy Metal, ενώ οι συνεργασίες του με δημιουργούς όπως ο Neil Gaiman διεύρυναν ακόμη περισσότερο το κοινό του. Από εκεί και πέρα, ο Manara θα συνέχιζε να κινείται ανάμεσα σε προσωπικές ερωτικές ιστορίες, λογοτεχνικές και ιστορικές μορφές και συνεργασίες με κορυφαίους δημιουργούς, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ το χαρακτηριστικό του ύφος. Ένα ύφος που έκανε το σχέδιό του να ξεχωρίζει αμέσως, αλλά και που σταδιακά απέδειξε ότι πίσω από τον ερωτισμό υπήρχε ένας δημιουργός με πολύ ευρύτερες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες.
Ο Milo Manara εξακολουθεί να είναι ενεργός και σήμερα. Σπάνια δίνει συνεντεύξεις, συνήθως το κάνει σε ιταλικά μέσα και γενικά είναι φειδωλός με τη δημοσιότητα. Ακόμα και έτσι οι δηλώσεις του έχουν μια βαθύτατα πολιτική χροιά, αυτή που χαρακτηρίζει το γυναικείο σώμα, το σεξ και τον ερωτισμό. Παρακάτω μπορείς να βρεις 12 από αυτές.
«Ο ερωτισμός είναι η πολιτισμική επεξεργασία του σεξ...»
«Η ευκολία πρόσβασης στην πορνογραφία κάνει τα παιδιά να μεγαλώνουν με μια εντελώς λανθασμένη ιδέα για το σεξ».
«Οι γυναίκες μου είναι ελεύθερες. Χειραφετημένες. Ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, ακόμη και τις πιο ανήθικες».
«Το σώμα των γυναικών είναι πολιτικό».
«Η μίνι φούστα έκανε αυτό που δυσκολευόταν να κάνει η πολιτική».
«Δεν έχω αυτολογοκριθεί ποτέ».
«Η AI εξ ορισμού, τουλάχιστον προς το παρόν, μπορεί μόνο να αναπαράγει το υπάρχον».
«Η Barbarella είναι το κόμικ που με έκανε να ασχοληθώ με τα κόμικς, κατά κάποιον τρόπο η Βίβλος μου».
«Είμαστε ακόμη εδώ να μιλάμε για γυμνό, ερωτισμό, σεξ, σκάνδαλο και λογοκρισία: Είναι δυνατόν;»
«Δεν υπάρχει κανόνας ομορφιάς».
«Ο δικός μου τρόπος προσέγγισης της αναπαράστασης του γυναικείου σώματος ήταν πάντα πλατωνικός, εξιδανικευτικός».
«Δεν θα ήμουν σε θέση να αναπαραστήσω τη βία κατά των γυναικών».
«Το ερωτικό στοιχείο μπορεί να είναι μια μορφή ανάστασης».