Αόρατη απειλή στα τρόφιμα: Τα συντηρητικά αυξάνουν τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2
Μελέτη δείχνει ότι η υψηλή πρόσληψη συντηρητικών στα επεξεργασμένα τρόφιμα αυξάνει τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2.
Η κατανάλωση συντηρητικών συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Μελέτες σε περισσότερους από 100.000 ενήλικες έδειξαν ότι όσο μεγαλύτερη είναι η πρόσληψη αυτών των ουσιών, τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος για μεταβολικές διαταραχές. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι τα επεξεργασμένα τρόφιμα, ακόμα κι αν φαίνονται αβλαβή, μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην υγεία, ειδικά όταν υπάρχουν συστηματικά στο διατροφολόγιο. Η προσοχή στα συστατικά είναι πλέον πιο σημαντική από ποτέ.
Η πρόσληψη συντηρητικών μέσω των τροφίμων είναι ευρύτατη
Όπως γράφεται στο Scitech Daily, τα συντηρητικά είναι παντού στη διατροφή μας. Στην παγκόσμια βάση δεδομένων Open Food Facts, πάνω από 700.000 προϊόντα περιέχουν τουλάχιστον ένα συντηρητικό. Αυτό δείχνει ότι η λήψη τέτοιων ουσιών δεν πραγματοποιείται μόνο από τα προφανή επεξεργασμένα τρόφιμα, αλλά και από πολλές καθημερινές επιλογές, όπως έτοιμα γεύματα, αναψυκτικά και σνακ. Η ευρεία χρήση τους καθιστά σημαντικό να γνωρίζουμε τι περιέχει κάθε τρόφιμο και πώς μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα την υγεία μας.
Οι ερευνητές διαχώρισαν τα συντηρητικά σε δύο βασικές κατηγορίες: τα μη-αντιοξειδωτικά, που περιορίζουν την ανάπτυξη μικροβίων ή χημικών αντιδράσεων, και τα αντιοξειδωτικά, που μειώνουν την έκθεση στο οξυγόνο στα τρόφιμα. Αυτές οι ουσίες αναγράφονται στις ετικέτες με κωδικούς Ε200–Ε299 και Ε300–Ε399 αντίστοιχα. Ο καταναλωτής μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες για να αναγνωρίσει τα συντηρητικά που περιέχονται στα προϊόντα, ώστε να περιορίσει ή και να αποφύγει την πρόσληψη ουσιών που σχετίζονται με μεταβολικούς κινδύνους.
Πώς οι διάφοροι τύποι συντηρητικών επηρεάζουν τον οργανισμό
Προηγούμενες εργαστηριακές μελέτες είχαν δείξει ότι ορισμένα συντηρητικά μπορούν να βλάψουν κύτταρα ή DNA και να επηρεάσουν τον μεταβολισμό, ενώ η άμεση σύνδεση με διαβήτη τύπου 2 στους ανθρώπους παρέμενε ασαφής. Ωστόσο, η νέα μελέτη της ομάδας του Inserm χρησιμοποίησε δεδομένα από το NutriNet-Santé για να παρακολουθήσει τη μακροχρόνια έκθεση σε συντηρητικά και την ανάπτυξη διαβήτη, προσφέροντας πλέον ισχυρά στοιχεία για τον πιθανό κίνδυνο που συνδέεται με τις ουσίες αυτές στην καθημερινή διατροφή.
Στην έρευνα εξετάστηκαν αναλυτικά αρχεία όπου οι συμμετέχοντες κατέγραφαν τις ποσότητες, τα ονόματα και τις μάρκες των επεξεργασμένων προϊόντων που επέλεγαν, σε συνδυασμό με βάσεις δεδομένων και μετρήσεις προσθετικών ουσιών, ώστε να εκτιμηθεί η ατομική έκθεση σε συντηρητικά. Η λεπτομερής καταγραφή επέτρεψε τη συστηματική ανάλυση των σχέσεων μεταξύ διατροφής και κινδύνου διαβήτη σε μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων.
Κατά τη διάρκεια της μελέτης, 1.131 άτομα ανέπτυξαν διαβήτη τύπου 2. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες συντηρητικών είχαν 47% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Τα μη-αντιοξειδωτικά συντηρητικά συνδέθηκαν με αύξηση 49% και τα αντιοξειδωτικά με 40%. Από αυτά τα δεδομένα προκύπτει το συμπέρασμα ότι τόσο οι παραδοσιακοί όσο και οι πιο «φιλικοί προς τον οργανισμό» τύποι συντηρητικών δεν είναι αβλαβείς και ότι η καθημερινή πρόσληψη μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τη μεταβολική υγεία.
Ορισμένα συντηρητικά, όπως το E202, E224, E250, E260, E262 και E282, συνδέθηκαν με υψηλότερο κίνδυνο διαβήτη, μαζί με αντιοξειδωτικά όπως το E301, E307, E316, E330, E338 και E392, που σημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο γενικές κατηγορίες, αλλά και συγκεκριμένες ουσίες που συναντάμε καθημερινά. Η ενημέρωση σχετικά με τα πιο επικίνδυνα συντηρητικά μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό τους και σε πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές.
Συμπεράσματα για την προστασία της διατροφής και την υγεία
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ευρήματα ενισχύουν την ανάγκη για αναθεώρηση των κανονισμών σχετικά με τη χρήση συντηρητικών από τη βιομηχανία τροφίμων και επισημαίνουν ότι θα πρέπει να προτιμώνται τα φρέσκα τρόφιμα και όσο το δυνατόν λιγότερο τα επεξεργασμένα. Η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία της προσοχής στη διατροφή και την ανάγκη για δημόσια ενημέρωση σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους των προσθετικών ουσιών για τη μεταβολική υγεία.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο Nature Communications.