Διαλογισμός με αργή αναπνοή: Νέο εργαλείο για την πρόληψη Αλτσχάιμερ
Η αργή αναπνοή κατά τον διαλογισμό μειώνει πρωτεΐνες που σχετίζονται με Αλτσχάιμερ και ενισχύει την υγεία του εγκεφάλου.
Μια συγκεκριμένη τεχνική αναπνοής κατά τη διάρκεια του διαλογισμού μπορεί να επηρεάσει βιολογικούς δείκτες που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με νέα μελέτη. Συγκεκριμένα, ο συνδυασμός διαλογισμού με αργή και ελεγχόμενη αναπνοή οδηγεί σε μείωση των επιπέδων του βήτα-αμυλοειδούς στο αίμα. Αντίθετα, ο διαλογισμός χωρίς αργή αναπνοή μπορεί να αυξήσει αυτά τα επίπεδα, κάτι που υποδηλώνει ότι η αναπνοή είναι κρίσιμη για τις πιθανές νευροπροστατευτικές επιδράσεις της πρακτικής.
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, η νόσος Αλτσχάιμερ χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση πλακών βήτα-αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. Αυτές οι πλάκες σχηματίζονται όταν οι πρωτεΐνες που παράγονται φυσιολογικά, δεν απομακρύνονται σωστά ή παράγονται σε υπερβολικές ποσότητες. Οι συσσωρευμένες πλάκες διαταράσσουν τη λειτουργία του εγκεφάλου, προκαλώντας γνωστικά προβλήματα. Έτσι, η μείωση ή ο έλεγχος των επιπέδων αυτών των πρωτεϊνών αποτελεί βασικό στόχο της πρόληψης της νόσου.
Η αργή αναπνοή ενισχύει τη νευροπροστασία
Οι επιστήμονες προσπάθησαν να ξεχωρίσουν ποιο στοιχείο του διαλογισμού είναι υπεύθυνο για τα πιθανά οφέλη. Υπάρχουν πρακτικές που δίνουν έμφαση στη νοητική συγκέντρωση και άλλες στην χαλάρωση και την αναπνοή. Η μελέτη έδειξε ότι η αργή, ελεγχόμενη αναπνοή προκαλεί μεγαλύτερες διακυμάνσεις στον καρδιακό ρυθμό, ενεργοποιώντας το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα και επηρεάζοντας θετικά τα επίπεδα βήτα-αμυλοειδούς στο αίμα.
Η μελέτη περιέλαβε 89 υγιείς νέους ενήλικες, ηλικίας 18-35 ετών, χωρίς προηγούμενη εμπειρία στον διαλογισμό. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε ομάδα που έκανε διαλογισμό με αργή αναπνοή, ομάδα διαλογισμού με φυσιολογική αναπνοή και ομάδα ελέγχου χωρίς παρέμβαση. Η ακριβής καθοδήγηση στην αργή αναπνοή ήταν απαραίτητη, καθώς οι αρχάριοι δεν επιβράδυναν φυσικά τον ρυθμό τους κατά τη διάρκεια της πρακτικής.
Η διαφορά ανάμεσα σε διαλογισμό με και χωρίς αναπνοή
Όσοι ασκήθηκαν με αργή αναπνοή για 20 λεπτά δύο φορές την ημέρα, για μία εβδομάδα, παρουσίασαν μείωση των επιπέδων βήτα-αμυλοειδούς 40 και 42 στο αίμα. Αντίθετα, όσοι έκαναν διαλογισμό χωρίς αργή αναπνοή εμφάνισαν αύξηση αυτών των επιπέδων. Η παρατήρηση αυτή δείχνει ότι η παρακολούθηση της αναπνοής και η ενεργοποίηση του παρασυμπαθητικού συστήματος μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο παραγωγής ή απομάκρυνσης της πρωτεΐνης.
Η μελέτη υποδηλώνει ότι η μείωση του βήτα-αμυλοειδούς στο αίμα δεν εγγυάται μείωση του κινδύνου Αλτσχάιμερ. Τα ευρήματα αφορούν νέους και υγιείς συμμετέχοντες, και δεν είναι βέβαιο αν θα ισχύουν σε μεγαλύτερες ηλικίες ή σε άτομα με γνωστικά προβλήματα. Για να επιβεβαιωθούν απαιτούνται μελέτες ώστε να μετρηθεί η πρωτεΐνη στον εγκέφαλο ή στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Έρευνες για άμεση επίδραση στον εγκέφαλο
Οι ερευνητές σκοπεύουν να εξετάσουν αν τα επίπεδα της πρωτεΐνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό μπορούν να μειωθούν με παρόμοια πρακτική. Αν τα αποτελέσματα επαναληφθούν, η καθημερινή αργή αναπνοή θα μπορούσε να μειώσει την πρωτεΐνη σε επίπεδα νεότερων ατόμων, ενδεχομένως καθυστερώντας τη συσσώρευση πλακών και την έναρξη της νόσου Αλτσχάιμερ.
Αν και η παρέμβαση άλλαξε τα βιολογικά δεδομένα, οι συμμετέχοντες δεν παρουσίασαν άμεσα αλλαγές στην ψυχολογική τους κατάσταση, όπως στρες, άγχος ή διάθεση. Αυτό σημαίνει πως πιθανότατα οι φυσιολογικές αλλαγές να προηγούνται των ψυχολογικών και ότι απαιτείται εφαρμογή της πρακτικής για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να υπάρξουν αισθητά οφέλη στην ψυχολογική ευεξία.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο περιοδικό Psychophysiology.