Ο έρωτας αυξάνει τις αυτοκτονικές σκέψεις στους εφήβους, λέει μελέτη
Οι πρώτοι έρωτες στην εφηβεία δεν φέρνουν μόνο χαρά αλλά και έντονη ψυχολογική πίεση, σύμφωνα με έρευνα.
Η εφηβεία είναι μια περίοδος με έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πρώτες σχέσεις αποκτούν συχνά τεράστια σημασία για τους νέους. Σύμφωνα, μάλιστα, με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Adolescence, ένας χωρισμός μπορεί να επηρεάσει δραματικά την ψυχική υγεία των εφήβων. Η μελέτη κατέγραψε ότι τέτοιες εμπειρίες συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης αυτοκτονικών σκέψεων ή συμπεριφορών, κάτι που αναδεικνύει την ανάγκη για ουσιαστική ψυχολογική στήριξη. Γιατί οι πρώτες σχέσεις είναι τόσο έντονες στην εφηβεία
Οι ερωτικές σχέσεις αποτελούν σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής των εφήβων, αλλά απαιτούν δεξιότητες που πολλοί νέοι ακόμη αναπτύσσουν. Η διαχείριση των συναισθημάτων, η επικοινωνία και η επίλυση συγκρούσεων δεν είναι πάντα εύκολες διαδικασίες. Μια σχέση μπορεί να προσφέρει υποστήριξη, όμως τα καθημερινά προβλήματα ή ένας ξαφνικός χωρισμός μπορούν να προκαλέσουν έντονο στρες. Προηγούμενες μελέτες είχαν συνδέσει τις δυσκολίες στις σχέσεις με αυτοτραυματικές συμπεριφορές, όμως οι περισσότερες είχαν επικεντρωθεί σε ενήλικες και κυρίως σε δυτικές κοινωνίες.
Η μεγάλη έρευνα σε χιλιάδες μαθητές στην Κίνα
Σε αυτό το πλαίσιο, μια ερευνητική ομάδα από το Changchun University of Chinese Medicine στην Κίνα πραγματοποίησε μια μεγάλη μελέτη σε εφήβους της επαρχίας Shandong. Συμμετείχαν περισσότεροι από 11.000 μαθητές, κυρίως ηλικίας περίπου 15 ετών, οι οποίοι κλήθηκαν να απαντήσουν αν μέσα στον προηγούμενο χρόνο είχαν ξεκινήσει μια σχέση ή είχαν βιώσει έναν χωρισμό. Παράλληλα, οι ερευνητές κατέγραψαν αν οι μαθητές είχαν σκεφτεί την αυτοκτονία, αν είχαν κάνει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο ή αν είχαν επιχειρήσει να αυτοκτονήσουν.
Οι επιστήμονες συνέλεξαν επίσης πληροφορίες για το οικογενειακό περιβάλλον των εφήβων, όπως την οικονομική κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και τη σχέση μεταξύ τους. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να διαχωρίσουν την επίδραση των ρομαντικών σχέσεων από άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ψυχική υγεία των μαθητών.
Τα πρώτα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου ένας στους τέσσερις εφήβους είχε ξεκινήσει σχέση ή είχε χωρίσει μέσα στον προηγούμενο χρόνο. Παρότι το ποσοστό είναι χαμηλότερο από εκείνο που παρατηρείται σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η πλειονότητα των εφήβων βγαίνει ραντεβού, παραμένει σημαντικό. Οι μαθητές που είχαν ζήσει την αρχή μιας σχέσης, έναν χωρισμό ή και τα δύο, εμφάνιζαν συχνότερα αυτοκτονικές σκέψεις ή συμπεριφορές σε σύγκριση με όσους δεν είχαν τέτοιες εμπειρίες.
Ένα χρόνο αργότερα, οι ερευνητές επανέλαβαν την έρευνα σε περισσότερους από 7.000 από το ίδιο δείγμα μαθητών. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν τα γεγονότα της προηγούμενης χρονιάς μπορούσαν να επηρεάσουν την ψυχική υγεία τους στο μέλλον. Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι όσοι είχαν βιώσει τόσο την αρχή όσο και το τέλος μιας σχέσης είχαν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν αυτοκτονικές σκέψεις, σχέδια ή απόπειρες μέσα στον επόμενο χρόνο.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η ανάλυση των μαθητών που στην αρχή της έρευνας δεν είχαν παρουσιάσει καμία αυτοκτονική συμπεριφορά. Σε αυτή την ομάδα, η έναρξη μιας νέας σχέσης συνδέθηκε με 54% μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης αυτοκτονικών σκέψεων, ενώ ο κίνδυνος απόπειρας αυτοκτονίας φαινόταν να διπλασιάζεται μέσα στον επόμενο χρόνο.
Αντίθετα, ένας χωρισμός από μόνος του δεν φάνηκε να προκαλεί νέες αυτοκτονικές συμπεριφορές στους μαθητές που δεν είχαν προηγούμενα ψυχολογικά προβλήματα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, στο συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο, η έναρξη μιας σχέσης ίσως είναι πιο αγχωτική από το τέλος της. Επειδή οι σχέσεις συχνά αποδοκιμάζονται από τους ενήλικες, πολλοί έφηβοι μπορεί να νιώθουν την ανάγκη να τις κρατήσουν μυστικές, κάτι που αυξάνει την ψυχολογική πίεση.
Η μελέτη εξέτασε επίσης πιθανές διαφορές ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια. Τα κορίτσια δήλωναν συχνότερα αυτοκτονικές σκέψεις ή συμπεριφορές και η σχέση μεταξύ ρομαντικών εμπειριών και ψυχικής δυσφορίας καταγράφηκε ελαφρώς ισχυρότερη σε αυτά. Ωστόσο, οι στατιστικές αναλύσεις έδειξαν ότι οι διαφορές αυτές δεν ήταν αρκετά μεγάλες για να θεωρηθούν καθοριστικές. Με άλλα λόγια, ο αυξημένος κίνδυνος πιθανότατα να αφορά συνολικά τους εφήβους, ανεξαρτήτως φύλου.
Τι μπορούν να κάνουν γονείς και σχολεία
Παρά τους όποιους περιορισμούς, τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της συναισθηματικής υποστήριξης στους νέους. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η πλήρης απαγόρευση των σχέσεων ίσως δεν είναι η πιο αποτελεσματική προσέγγιση. Αντίθετα, γονείς και σχολεία θα μπορούσαν να προσφέρουν καθοδήγηση για υγιείς σχέσεις και τρόπους διαχείρισης του συναισθηματικού πόνου. Η δυνατότητα των εφήβων να μιλούν ανοιχτά για τις εμπειρίες τους μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικός παράγοντας προστασίας για την ψυχική τους υγεία.