Γυρνώντας κάποιες δεκαετίες πίσω, υπήρχε μια ώρα μέσα στην ημέρα που η Ελλάδα κατέβαζε ρολά. Τα παντζούρια μισόκλειστα, οι δρόμοι άδειοι, το τηλέφωνο να μη χτυπά. Από τις 2 μέχρι τις 5 το απόγευμα, η χώρα χαμήλωνε ταχύτητα. Τον μεσημεριανό ύπνο δεν τον διαπραγματευόσουν, τον σεβόσουν. Και σχεδόν τίποτα δεν ήταν ικανό να στον στερήσει.
Σήμερα, σε πολλές πόλεις, η σιέστα μοιάζει σχεδόν εξωτική συνήθεια. Πότε όμως καθιερώθηκε και γιατί σταδιακά εξαφανίστηκε;
Ανάγκη, όχι πολυτέλεια
Η Ελλάδα είναι μεσογειακή χώρα με υψηλές θερμοκρασίες, ειδικά τους θερινούς μήνες. Πριν από τα κλιματιστικά, πριν από τις πολυκατοικίες με μόνωση και πριν από τα σύγχρονα ωράρια γραφείου, η καθημερινότητα ήταν άμεσα εξαρτημένη από το φως και τη ζέστη.
Στις αγροτικές κοινωνίες, η εργασία ξεκινούσε πολύ νωρίς το πρωί. Οι άνθρωποι βρίσκονταν στα χωράφια από την αυγή. Το μεσημέρι, όταν ο ήλιος γινόταν σχεδόν αβάσταχτος, η παύση δεν ήταν επιλογή, αλλά ανάγκη επιβίωσης και αυτοφροντίδας.
Το σώμα χρειαζόταν ξεκούραση. Η σκιά ήταν καταφύγιο. Ο μεσημεριανός ύπνος ήταν ένας φυσικός μηχανισμός προσαρμογής στο κλίμα.
Η «ιερή ώρα» της γειτονιάς
Στις πόλεις των δεκαετιών του ’50, ’60 και ’70, η σιέστα είχε σχεδόν θεσμικό χαρακτήρα. Τα μαγαζιά έκλειναν, τα συνεργεία σταματούσαν, ακόμη και τα παιδιά ήξεραν ότι «αυτή την ώρα ησυχάζουμε». Γιατί αλλιώς ερχόταν ο «μεσημεράς».
Τα παντζούρια κατέβαιναν, οι ανεμιστήρες δούλευαν και το ραδιόφωνο έπαιζε χαμηλά. Ήταν μια συλλογική συμφωνία ησυχίας.
Ο μεσημεριανός ύπνος δεν ήταν μόνο ξεκούραση. Ήταν τελετουργία. Σήμαινε ότι η μέρα χωριζόταν στα δύο: ένα κομμάτι πριν τη ζέστη και ένα μετά.
Ο διφασικός ύπνος που ξεχάσαμε
Σήμερα, η επιστήμη μιλά για τον «διφασικό ύπνο» - τη συνήθεια να κοιμάται κανείς σε δύο φάσεις μέσα στο 24ωρο. Σε πολλές παραδοσιακές κοινωνίες αυτό ήταν ο κανόνας.
Το ανθρώπινο σώμα παρουσιάζει φυσική πτώση ενέργειας νωρίς το απόγευμα, συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ.μ. Δεν είναι τυχαίο ότι εκείνη την ώρα αισθανόμαστε υπνηλία, ακόμη κι αν έχουμε κοιμηθεί αρκετά το βράδυ.
Οι παλαιότερες γενιές δεν προσπαθούσαν να «παλέψουν» αυτή τη βιολογία. Την αποδέχονταν.
Πότε άρχισε να αλλάζει η Ελλάδα
Η αλλαγή δεν έγινε απότομα. Ξεκίνησε με την αστικοποίηση και επιταχύνθηκε τη δεκαετία του ’90. Τα ωράρια έγιναν συνεχόμενα. Τα εμπορικά καταστήματα άρχισαν να μένουν ανοιχτά.
Οι πολυεθνικές εταιρείες έφεραν διαφορετικές εργασιακές κουλτούρες και το κλιματιστικό έκανε τη ζέστη λιγότερο «απειλητική».
Η οικονομία άρχισε να λειτουργεί με ρυθμούς που δεν επέτρεπαν διακοπή στη μέση της ημέρας. Η παγκοσμιοποίηση δεν αναγνώριζε τη σιέστα.
Σιγά σιγά, η «ιερή ώρα» συρρικνώθηκε.
Το σπίτι άλλαξε και μαζί του ο ρυθμός
Η μετάβαση από τις μονοκατοικίες στις πολυκατοικίες άλλαξε και την έννοια της ησυχίας. Οι γειτονιές έγιναν πιο πυκνές, οι ρυθμοί πιο γρήγοροι, οι υποχρεώσεις περισσότερες.
Οι γυναίκες μπήκαν μαζικά στην αγορά εργασίας και η μετάβαση από και προς την εργασία έγινε «εφιάλτης» λόγω της συνεχώς αυξανόμενης κίνησης στους δρόμους.
Το μοντέλο «επιστρέφω σπίτι για φαγητό και ύπνο» δεν ήταν πλέον εφικτό για όλους. Κάπως έτσι, η μέρα έγινε συνεχόμενη.
Χάσαμε κάτι ή απλώς προσαρμοστήκαμε;
Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Από τη μία, η συνεχόμενη εργασία αύξησε την παραγωγικότητα και ευθυγράμμισε τη χώρα με τα διεθνή πρότυπα.
Από την άλλη, η σιέστα είχε σημαντικά οφέλη. Μείωνε το στρες, προστάτευε από την υπερκόπωση, βελτίωνε τη συγκέντρωση το απόγευμα και ενίσχυε τη συνοχή της οικογένειας.
Δεν ήταν τεμπελιά. Ήταν κοινωνική ισορροπία.
Η σιέστα επιστρέφει, με άλλο όνομα
Σήμερα, σε πολλές χώρες, επανέρχεται η ιδέα του «power nap». Μεγάλες εταιρείες δημιουργούν χώρους ξεκούρασης, ενώ έρευνες δείχνουν ότι ένας σύντομος ύπνος 20-30 λεπτών μπορεί να αυξήσει την απόδοση.
Ίσως οι παλαιότεροι δεν ήταν καθόλου ξεπερασμένοι. Ίσως απλώς ζούσαν πιο κοντά στον φυσικό ρυθμό του σώματος. Υπήρχε κάτι σχεδόν ποιητικό στη μεσημεριανή ησυχία της παλιάς Ελλάδας. Ο ήλιος ψηλά, τα τζιτζίκια να ακούγονται και μια χώρα να κάνει παύση.
Σήμερα, η παύση αυτή είναι σπάνια. Τα τηλέφωνα δεν σιωπούν, τα emails δεν σταματούν και η εργασία δεν «σπάει» στα δύο. Ίσως δεν χάσαμε απλώς έναν υπνάκο. Ίσως χάσαμε μια μικρή καθημερινή υπενθύμιση ότι ο ρυθμός μας δεν χρειάζεται πάντα να είναι συνεχής.