Η επόμενη κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ μετά τις συνομιλίες με το Ιράν στη Γενεύη
Μαστίγιο και καρότο από την aμερικανική πλευρά σε έναν πόλεμο νεύρων για την Τεχεράνη αλλά και ένα μεγάλο δίλημμα για τον Αμερικανό πρόεδρο.
Οι σημερινές (17/2) διαπραγματεύσεις στη Γενεύη μεταξύ εκπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, ανεξάρτητα από το αν οδήγησαν σε ουσιαστική πρόοδο ή σε περιορισμένη σύγκλιση, τοποθετούν τον Ντόναλντ Τραμπ μπροστά σε ένα κρίσιμο στρατηγικό δίλημμα.
Η μέχρι σήμερα πολιτική του δείχνει ότι αντιμετωπίζει τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις όχι ως τελικό στόχο, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης τακτικής πίεσης και διαχείρισης ισχύος. Ένα πιθανό επόμενο βήμα είναι η σκλήρυνση της δημόσιας ρητορικής προς την Τεχεράνη.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει την απειλή νέων κυρώσεων ή τη ρητορική της «μέγιστης πίεσης» ως εργαλείο για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση. Ακόμη και αν οι συνομιλίες άφησαν ανοιχτά παράθυρα διαλόγου, μια επιθετική επικοινωνιακή στάση θα μπορούσε να στοχεύει στην αποκόμιση πρόσθετων παραχωρήσεων σε επόμενο στάδιο.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί η επιλογή της διατήρησης παρασκηνιακών διαύλων επικοινωνίας. Μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε στις δύο πλευρές να συνεχίσουν τεχνικές ή ανεπίσημες επαφές, χωρίς το πολιτικό κόστος μιας άμεσης συμφωνίας.
Για τον Τραμπ, αυτή η τακτική συνδυάζει τη δυνατότητα αιφνιδιασμού με τη διατήρηση της εικόνας του σκληρού διαπραγματευτή.
Οι Αμερικανοί δεν θέλουν ακόμα έναν πόλεμο «άνευ ουσίας»
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η εσωτερική πολιτική διάσταση. Κάθε επόμενη κίνησή του αναμένεται να απευθύνεται και στο αμερικανικό ακροατήριο, ενισχύοντας το αφήγημα της αποφασιστικότητας απέναντι σε γεωπολιτικούς αντιπάλους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διπλωματία λειτουργεί όχι μόνο ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, αλλά και ως μέσο πολιτικής αυτοπροβολής.
Συνολικά, η πιο πιθανή εξέλιξη δείχνει προς μια διπλή στρατηγική: δημόσια ένταση και αυστηρή στάση, σε συνδυασμό με διατήρηση ευελιξίας στο παρασκήνιο.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Τραμπ διατηρεί τον έλεγχο των εξελίξεων και αφήνει ανοιχτό τόσο το ενδεχόμενο κλιμάκωσης όσο και εκείνο μιας μελλοντικής συμφωνίας, εφόσον αυτή μπορεί να παρουσιαστεί ως πολιτική και στρατηγική του επιτυχία.