Τον Δεκέμβριο του 1975, η δολοφονία του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, Ρίτσαρντ Γουέλς ήταν η απαρχή ενός κύκλου αίματος. Η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη», η οργάνωση που θα στοίχειωνε την Ελλάδα για πολλές δεκαετίες, είχε μόλις γεννηθεί.
Ο Ρίτσαρντ (Ντικ) Γουέλς έπεσε νεκρός έξω από το σπίτι του στην οδό Βασιλίσσης Φρειδερίκης 5, στη σημερινή οδό Δημοκρατίας, στο Παλαιό Ψυχικό, έπειτα από βραδινή έξοδο μαζί με τη σύζυγό του Μαρία Χριστιάνα.
Το αιματηρό βράδυ στο Ψυχικό
Ήταν Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 1975. Ο ακόλουθος της αμερικανικής πρεσβείας, Pίτσαρντ Σκίφινγκτον Γουέλς και η σύζυγός του Μαρία Χριστιάνα είχαν μόλις επιστρέψει από την δεξίωση που παρέθεσε ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα για την προπαραμονή των Χριστουγέννων.
Το ρολόι έδειχνε 22:30 το βράδυ, όταν το ζευγάρι μόλις είχε φτάσει σπίτι του. Δεν είχαν προλάβει να μπουν στην έπαυλή τους από τη βραδινή τους έξοδο, όταν μπροστά τους σταμάτησε ένα πράσινο αυτοκίνητο, μάρκας Σίμκα. Από αυτό κατέβηκαν τρεις ένοπλοι άντρες, οι οποίοι είχαν καλύψει τα πρόσωπά τους με κουκούλες. Με απόλυτη ψυχραιμία προχώρησαν κατευθείαν προς τον σταθμάρχη, παραμερίζοντας τη γυναίκα και τον οδηγό του Γουέλς, Ευάγγελο Χρυσοχόο.
Ένας από τους τρεις πυροβόλησε τρεις φορές τον Ρίτσαρντ Γουέλς με πιστόλι. Κατευθείαν οι τρεις δράστες επιβιβάστηκαν ξανά στο αυτοκίνητο και εξαφανίστηκαν. Η σύζυγος και ο οδηγός του Γουέλς, αποσβολωμένοι, ειδοποίησαν αμέσως την αστυνομία.
Από τα αρχικά στοιχεία ήταν ξεκάθαρο πως οι εκτελεστές κινήθηκαν με απόλυτη ψυχραιμία και επαγγελματισμό, χωρίς να αφήσουν το παραμικρό ίχνος πίσω τους. Πολύ γρήγορα διαμορφώθηκε η εκτίμηση ότι η επίθεση πιθανότατα συνδεόταν με ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ πρακτόρων της CIA, κάτι που εκείνη την εποχή δεν ήταν σπάνιο.
Ο βαλλιστικός έλεγχος αποκάλυψε ότι το όπλο της δολοφονίας ήταν ένα Colt M1911, διαμετρήματος 45. Το ίδιο όπλο που αργότερα θα μείνει γνωστό ως το «ιστορικό 45άρι της 17 Νοέμβρη», το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί.
Η προκήρυξη της 17Ν που κανείς δεν πήρε σοβαρά
Πριν εγκαταλείψουν τη σκηνή της εκτέλεσης, τα μέλη της τότε πρωτοεμφανιζόμενης 17Ν άφησαν μια προκήρυξη με την οποία ανέλαβαν την ευθύνη. Αυτή ήταν και η παρθενική εμφάνιση της τρομοκρατικής οργάνωσης που θα ξεκινούσε έναν κύκλο αίματος.
Στην προκήρυξη μεταξύ άλλων έγραφε: «Εκτελέσαμε παραδειγματικά τον αρχιπράκτορα της CIA κι αρχηγό του κλιμακίου της στην Ελλάδα, Ρίτσαρντ WELCH που κάτω από διπλωματική κάλυψη, και με τη βοήθεια των πέντε αρχηγών τομέων της CIA στην Ελλάδα, διευθύνει ένα πελώριο δίκτυο, αληθινή στρατιά ντόπιων έμμισθων πρακτόρων, μέσα στην Κυβέρνηση, τα Υπουργεία, το Στρατό, την Ασφάλεια, μέρος απ’ τα κόμματα και μέρος του Τύπου, πέμπτη φάλαγγα του ιμπεριαλισμού στη χώρα μας [...] Ο Ρίτσαρντ WELCH, σαν αρχηγός, είναι συνυπεύθυνος για όλα τα εγκλήματα που έκανε η CIA σε βάρος του λαού μας. Δεν είναι κανένας απλός υπαλληλάκος, δεν είναι απλό εκτελεστικό όργανο, αλλά αρχηγός με συγκεκριμένη προσωπική ευθύνη στις αποφάσεις. Κι η ευθύνη του γίνεται ακόμη μεγαλύτερη απ’ τη μακρόχρονη προϋπηρεσία του στην Ελλάδα στη δεκαετία 50-60 και στην Κύπρο το 60-64».
Το πρόβλημα, όμως, ήταν πως κανείς δεν πήρε στα σοβαρά, ή δεν ήθελε να πάρει στα σοβαρά, τη συγκεκριμένη προκήρυξη. Δύο-τρία 24ωρα αργότερα, η «17Ν» την έστειλε στις εφημερίδες, όμως ο εισαγγελέας είχε ήδη προβλέψει την κίνηση και με διάταξή του απαγόρευσε τη δημοσίευση. Έτσι, η προκήρυξη κατέληξε στα αζήτητα, αφήνοντας τα σενάρια να φουντώνουν.
Παράλληλα οι εφημερίδες τις εποχής έγραφαν πράγματα που έφταναν τα όρια θεωρίας συνομωσίας. Γίνονταν αναφορές ακόμη και σε «πολύ μελαψούς» που «δεν μιλούσαν καθόλου ελληνικά». Ωστόσο, δεν ήταν αποκυήματα της φαντασίας των δημοσιογράφων. Αυτές ήταν οι «άτυπες ενημερώσεις» της αστυνομίας, η οποία επιδίωκε πάση θυσία να σβήσει κάθε υποψία ότι η εκτέλεση μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικό πρόβλημα στη χώρα. Οι πληγές της επτάχρονης δικτατορίας ήταν, άλλωστε, ακόμη ανοιχτές.
Η «17Ν» δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Λίγο καιρό αργότερα, μια γυναίκα πλησίασε τον Γάλλο φιλόσοφο Ζαν Πολ Σαρτρ και του παρέδωσε έναν κλειστό φάκελο με την προκήρυξη. Ο Σαρτρ κατάλαβε ότι πρόκειται για κάτι σημαντικό και την παρέδωσε στον διευθυντή της εφημερίδας Liberation. Εκείνος, ωστόσο, δεν της έδωσε ιδιαίτερη σημασία και την «ξεχασμένη» την έκλεισε σε ένα συρτάρι.
Όλα άλλαξαν έναν χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1976, όταν η «17Ν» εκτέλεσε τον αρχιβασανιστή της χούντας, Ευάγγελο Μάλλιο. Δεν υπήρχαν πια περιθώρια για θεωρίες περί «μελαψών δραστών» ή «ξεκαθαρισμάτων μεταξύ CIA πρακτόρων».
Στην Αστυνομία επικράτησε παγωμάρα. Ήταν σαφές πλέον πως τα πράγματα ήταν πολύ πιο σοβαρά από ό,τι νόμιζαν ή πίστευαν στην αρχή. Και τότε ο διευθυντής της Liberation θυμήθηκε πως στο συρτάρι του υπήρχε μια προκήρυξη που περίμενε τη στιγμή της.
Το βασικό ερώτημα: Ποιος κατέδωσε τον σταθμάρχη της CIA στη 17 Νοέμβρη;
Ο Ντικ Γουέλς προτού υπηρετήσει την Ελλάδα, υπήρξε σταθμάρχης της CIA στο Περού. Έναν χρόνο πριν την εκτέλεσή του στο Ψυχικό το αμερικανικό περιοδικό-επιθεώρηση Counter Spy, το οποίο έβγαζε δημοσιεύματα και ρεπορτάζ εναντίον της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας, είχε αποκαλύψει το όνομά και η ιδιότητά του.
Ο Γουέλς τότε είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Περού, καθώς κατηγορήθηκε ότι οργάνωσε την αντικυβερνητική εξέγερση που οδήγησε στην επιβολή στρατιωτικού νόμου στη Λίμα, στις 5 Φεβρουαρίου 1975. Η δράση του Γουέλς ήταν πλούσια. Την περίοδο 1966-67 βρέθηκε στη Γουατεμάλα, όπου συμμετείχε σε πρόγραμμα της CIA.
Τον Ιούλιο του 1975 ο Γουέλς ήρθε στην Ελλάδα ως επικεφαλής του κλιμακίου της CIA με την επίσημη ιδιότητα του βοηθού του Αμερικανού πρέσβη. Λίγο καιρό αργότερα, τον Νοέμβριο του 1975, ένα μήνα πριν από τη δολοφονία, το όνομά του είχε δημοσιευτεί στην αγγλόφωνη εφημερίδα Athens News, σε κατάλογο με τα στελέχη της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Αθήνα. Πρώτο ήταν εκείνο του Ρίτσαρντ Γουέλς. Παρ' όλα αυτά, η CIA θεώρησε υπεύθυνο για τη δολοφονία του Γουέλς το περιοδικό Counter Spy, το οποίο είχε πρωτοδημοσιεύσει το όνομά του.
Νεότερα έγγραφα που δημοσιεύτηκαν από την ιστοσελίδα Wikileaks, δείχνουν πως οι Αμερικάνοι υποψιάζονταν ότι κάποιος «εκ των έσω» διέρρευσε το όνομα του σταθμάρχη στις ελληνικές εφημερίδες.
Ποιος, όμως, διέρρευσε στους δημοσιογράφους τη συγκεκριμένη «καυτή» λίστα;
Οι υποψίες για την ΚΥΠ
Σύμφωνα με τον Ρον Έστες, τότε αναπληρωτή σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα και προσωπικό φίλο του Ρίτσαρντ Γουέλς, η υπόθεση έχει κάτι από κατασκοπευτικό θρίλερ.
Τη νύχτα της εκτέλεσης, ο Έστες βρισκόταν στο σπίτι του όταν τον ενημέρωσε ο οδηγός του Γουέλς. Ήταν ο πρώτος που το έμαθε. Αμέσως έτρεξε στο σημείο της δολοφονίας, καθώς οι κατοικίες τους ήταν σε κοντινή απόσταση. Εκεί αντίκρισε τον Γουέλς ξαπλωμένο στο έδαφος, με αίμα να καλύπτει το πρόσωπό του. «Δεν χρειαζόταν να ψάξω για τον σφυγμό του», είχε δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξή του.
Ο Έστες είχε μιλήσει στον συγγραφέα Τζέιμς Ρίζεν για το βιβλίο του Ο τελευταίος τίμιος άνθρωπος (The Last Honest Man) και εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι η λίστα είχε διαρρεύσει στους δημοσιογράφους από την ελληνική ΚΥΠ, την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, τη σημερινή ΕΥΠ.
Σύμφωνα με τον Έστες, οι σχέσεις μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ και της Ελλάδας, μετά την πτώση της χούντας και την τραγωδία της Κύπρου, ήταν ιδιαίτερα τεταμένες. Η λίστα περιείχε ονόματα πρακτόρων που είχαν επαφές με τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες, γεγονός που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η διαρροή είχε γίνει ως αντίποινα για την πολιτική των ΗΠΑ στην Κύπρο, η οποία οδήγησε στην εισβολή του «Αττίλα».
Όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ, ο Ρον Έστες συνέταξε εκτενή αναφορά για την εκτέλεση του Γουέλς, επισημαίνοντας ότι η διαρροή των στοιχείων του σταθμάρχη ήταν πιθανό μέτρο εκδίκησης από την ΚΥΠ.
Μια εκτέλεση για την οποία δεν καταδικάστηκε κανείς
Ο Γουέλς ήταν ο πρώτος εν ενεργεία πράκτορας της CIA μέχρι τότε που δολοφονήθηκε από τρομοκρατική οργάνωση. Με προεδρικό διάταγμα του Τζέραλντ Φορντ ο Γουέλς ενταφιάστηκε στο Εθνικό Νεκροταφείο Άρλινγκτον, στη Βιρτζίνια. Η δολοφονία του Γουέλς έπαιξε σημαντικό ρόλο αργότερα στην ψήφιση νόμου στις Ηνωμένες Πολιτείες ο οποίος απαγορεύει τη δημοσιοποίηση των ονομάτων των πρακτόρων των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, το 2002, την εποχή της εξάρθρωσης της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», ένας νοσοκομειακός υπάλληλος ονόματι Παύλος Σερίφης ομολόγησε ότι είχε συμμετάσχει στη δολοφονία του Γουέλς μαζί με τον φερόμενο ως εγκέφαλο της οργάνωσης, Αλέξανδρο Γιωτόπουλο. Από τους καταδικασθέντες για συμμετοχή στη 17Ν κανένας δεν έχει την ηλικία που να δικαιολογεί τη συμμετοχή του στην ενέργεια, εκτός από τον Αλέκο Γιωτόπουλο.
Κανείς δεν δικάστηκε για τη δολοφονία του Γουέλς, καθώς είχαν περάσει παραπάνω από 20 χρόνια από την τέλεση του εγκλήματος και είχε παραγραφεί. Ο Γιωτόπουλος καταδικάστηκε το 2003 σε ισόβια κάθειρξη ως ηθικός αυτουργός σε σειρά από δολοφονίες, βομβιστικές επιθέσεις και ληστείες τραπεζών από το 1983 έως το 2000. Ο Παύλος Σερίφης φυλακίστηκε για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση αλλά αποφυλακίστηκε το 2007 για λόγους υγείας.