Η βρώμη μειώνει την «κακή» χοληστερόλη κατά 10% σε μόλις δύο ημέρες, λέει μελέτη
Νέα μελέτη δείχνει ότι το έντερο παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση της χοληστερόλης.
Η βρώμη είναι μία από τις καλύτερες τροφές για αδυνάτισμα, μυϊκή αύξηση και μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών επεισοδίων. Ωστόσο, η δράση της μπορεί να είναι πιο άμεση απ’ όσο πιστεύαμε. Σύμφωνα με νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications, η αυξημένη κατανάλωση βρώμης για μόλις δύο ημέρες μπορεί να μειώσει αισθητά την «κακή» LDL χοληστερόλη. Το εντυπωσιακό στοιχείο δεν είναι μόνο η ταχύτητα του αποτελέσματος, αλλά και ο μηχανισμός πίσω από αυτό: πρωταγωνιστής φαίνεται να είναι το μικροβίωμα του εντέρου.
Η βρώμη είχε προκαλέσει εντύπωση, όταν ο Γερμανός γιατρός Carl von Noorden τη χρησιμοποίησε σε ασθενείς με διαβήτη, παρατηρώντας αξιοσημείωτη βελτίωση. Για χρόνια, η ευεργετική της δράση αποδιδόταν κυρίως στις διαλυτές φυτικές ίνες, και ειδικά στη β-γλυκάνη. Η ουσία αυτή σχηματίζει ένα παχύρρευστο «τζελ» στο έντερο, που παγιδεύει τα χολικά οξέα και περιορίζει την επανααπορρόφησή τους, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση της χοληστερόλης στο αίμα.
Η νέα μελέτη θέλησε να εξετάσει τι συμβαίνει όταν η κατανάλωση βρώμης αυξάνεται δραστικά. Στην έρευνα συμμετείχαν 68 άτομα με μεταβολικό σύνδρομο, τα οποία χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη ενσωμάτωσε ένα μπολ βρώμης καθημερινά για έξι εβδομάδες στο συνηθισμένο της διαιτολόγιο. Η δεύτερη ακολούθησε ένα εντατικό διήμερο πρόγραμμα: τρία γεύματα ημερησίως αποκλειστικά με βρώμη, συνοδευόμενη από φρούτα και λαχανικά.
Τι έδειξε η δοκιμή των 48 ωρών
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Μέσα σε 48 ώρες, η ομάδα της «υψηλής δόσης» είδε τη συνολική χοληστερόλη να μειώνεται κατά 8% και την LDL κατά 10%. Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι στατίνες –η βασική θεραπευτική επιλογή για τη ρύθμιση της χοληστερόλης– επιτυγχάνουν μείωση της LDL από 15% έως 58%, αλλά με μακροχρόνια χρήση, το ποσοστό αυτό μέσα σε δύο ημέρες μέσω διατροφής θεωρείται αξιοσημείωτο.
Παράδοξο όμως ήταν το εύρημα στην ομάδα των έξι εβδομάδων. Αν και η καθημερινή κατανάλωση βρώμης σταθεροποίησε τους μεταβολικούς δείκτες, δεν οδήγησε στην ίδια θεαματική πτώση. Η διαφορά οδήγησε τους ερευνητές να αναζητήσουν βαθύτερη εξήγηση. Η απάντηση φαίνεται να κρύβεται όχι μόνο στις ίνες, αλλά και σε φυτοχημικές ενώσεις όπως το φερουλικό οξύ, ένα αντιοξειδωτικό που υπάρχει στη βρώμη, αλλά δεν απορροφάται εύκολα από τον ανθρώπινο οργανισμό χωρίς τη βοήθεια των μικροοργανισμών του εντέρου.
Ο ρόλος των βακτηρίων του εντέρου
Σύμφωνα με τα δεδομένα, η έντονη κατανάλωση βρώμης προκάλεσε αύξηση συγκεκριμένων βακτηρίων, μεταξύ αυτών και της ομάδας Erysipelotrichaceae UCG-003. Τα βακτήρια αυτά «ζυμώνουν» το φερουλικό οξύ και το μετατρέπουν σε άλλες ενώσεις, όπως το διυδροφερουλικό οξύ (DHFA), οι οποίες φαίνεται να δρουν ρυθμιστικά στον μεταβολισμό των λιπιδίων. Όσο αυξάνονταν τα συγκεκριμένα βακτήρια, τόσο μειωνόταν η LDL χοληστερόλη, γεγονός που υποδηλώνει άμεση συσχέτιση.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο ήταν η διάρκεια του αποτελέσματος. Οι συμμετέχοντες της διήμερης παρέμβασης παρακολουθήθηκαν για έξι εβδομάδες μετά την επιστροφή τους στη συνηθισμένη δυτικού τύπου διατροφή. Παρά την εγκατάλειψη της βρώμης, τα επίπεδα ολικής και LDL χοληστερόλης παρέμειναν χαμηλότερα σε σχέση με πριν. Οι ερευνητές μιλούν για ένα είδος «μικροβιακής μνήμης», δηλαδή μια μεταβολική επίδραση που διαρκεί περισσότερο από την ίδια την κατανάλωση του τροφίμου.
Δεν ανταποκρίνονται όλοι το ίδιο
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ίδια για όλους. Στην ομάδα των έξι εβδομάδων παρατηρήθηκε μεγάλη διαφοροποίηση από άτομο σε άτομο. Αυτό σημαίνει ότι δεν διαθέτουν όλοι το ίδιο μικροβιακό «οπλοστάσιο» για να αξιοποιήσουν πλήρως τα συστατικά της βρώμης. Το εύρημα ανοίγει τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες διατροφικές παρεμβάσεις, ίσως ακόμη και για εξετάσεις μικροβιώματος που θα υποδεικνύουν ποιος θα ωφεληθεί περισσότερο από μια τέτοια στρατηγική.
Η βρώμη, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα ακόμη «υγιεινό» δημητριακό. Με βάση τα δεδομένα της έρευνας, υπό προϋποθέσεις μπορεί να λειτουργήσει ως ταχεία παρέμβαση για τη ρύθμιση της χοληστερόλης, με τη βοήθεια του εντερικού μικροβιώματος. Παρότι δεν αντικαθιστά τη φαρμακευτική αγωγή, όπου αυτή είναι απαραίτητη, αναδεικνύει πόσο στενά συνδεδεμένη είναι η διατροφή με την υγεία μας.