Μελατονίνη και παιδιά: Γιατί οι γιατροί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου
Η μελατονίνη θεωρείται φυσική λύση για την αϋπνία, αλλά οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις δεν είναι ξεκάθαρες.
Η μελατονίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται φυσικά από τον εγκέφαλο και λειτουργεί σαν «εσωτερικό ρολόι», βοηθώντας το σώμα να ξεχωρίζει πότε είναι ώρα για ύπνο και πότε για εγρήγορση. Τα επίπεδά της αυξάνονται το βράδυ και μειώνονται το πρωί με το φως της ημέρας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η μελατονίνη δεν περιορίζεται στη φυσική της παραγωγή: κυκλοφορεί ευρέως ως συμπλήρωμα διατροφής και χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από γονείς που αναζητούν μια εύκολη λύση για τα προβλήματα ύπνου των παιδιών τους.
Όπως διαβάζουμε στο SciTechDaily, η τάση αυτή έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις διεθνώς. Πολλές οικογένειες θεωρούν τη μελατονίνη «φυσική» και άρα ακίνδυνη, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τα φάρμακα ύπνου που απαιτούν συνταγή. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η εικόνα αυτή είναι απλουστευτική και ενδεχομένως παραπλανητική. Η μελατονίνη δεν είναι απλώς ένα αθώο βοήθημα ύπνου, αλλά μια δραστική ορμόνη που επηρεάζει και άλλα συστήματα του οργανισμού, όπως το ανοσοποιητικό, τον μεταβολισμό και ενδεχομένως την ορμονική ανάπτυξη.
Γιατί η μελατονίνη φαίνεται ελκυστική λύση
Τα προβλήματα ύπνου στα παιδιά και τους εφήβους φαίνεται να αυξάνονται, επηρεάζοντας τη διάθεση, τη συγκέντρωση και τη σχολική απόδοση. Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η αναζήτηση μιας γρήγορης λύσης είναι κατανοητή. Η μελατονίνη διατίθεται χωρίς ιατρική συνταγή, συχνά σε «φιλικές» μορφές όπως ζελεδάκια, και διαφημίζεται έμμεσα ως ασφαλής επιλογή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι κατάλληλη για κάθε παιδί ή για μακροχρόνια χρήση.
Τι δείχνουν τα δεδομένα για ασφάλεια και αποτελεσματικότητα
Επιστημονική έρευνα που δημοσιεύεται στο περιοδικό World Journal of Pediatrics δείχνει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου η μελατονίνη μπορεί να βοηθήσει. Παιδιά με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως ο αυτισμός ή η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, συχνά δυσκολεύονται έντονα να αποκοιμηθούν. Σε αυτές τις ομάδες, η βραχυπρόθεσμη χρήση μελατονίνης έχει φανεί ότι μειώνει τον χρόνο που χρειάζεται για να επέλθει ο ύπνος και βελτιώνει τη συνολική διάρκειά του, προσφέροντας ανακούφιση τόσο στα παιδιά όσο και στις οικογένειές τους.
Αντίθετα, για τα παιδιά χωρίς τέτοιες διαγνώσεις, τα δεδομένα είναι περιορισμένα. Οι περισσότερες μελέτες είναι μικρής διάρκειας και επικεντρώνονται σε μεγαλύτερες ηλικίες, αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα για τα μικρότερα παιδιά, στα οποία η χρήση αυξάνεται. Το μεγαλύτερο κενό αφορά τη μακροχρόνια ασφάλεια: δεν είναι σαφές πώς μπορεί να επηρεάσει η συστηματική λήψη μελατονίνης την εφηβεία, το ανοσοποιητικό σύστημα ή τη νευρολογική ανάπτυξη.
Παράλληλα, υπάρχουν πρακτικά ζητήματα που ανησυχούν τους γιατρούς. Έλεγχοι σε εμπορικά προϊόντα έχουν δείξει ότι η ποσότητα μελατονίνης που περιέχουν συχνά δεν αντιστοιχεί σε αυτήν που αναγράφεται στη συσκευασία. Ορισμένα σκευάσματα περιέχουν πολύ μεγαλύτερες δόσεις από τις δηλωμένες ή και άλλες ουσίες που δεν αναφέρονται. Επιπλέον, τα κέντρα δηλητηριάσεων καταγράφουν αύξηση περιστατικών τυχαίας κατανάλωσης από μικρά παιδιά, ιδιαίτερα όταν τα συμπληρώματα έχουν τη μορφή καραμελών.
Τι προτείνουν οι ειδικοί για τον παιδικό ύπνο
Όλα αυτά οδηγούν τους ειδικούς στο συμπέρασμα ότι η μελατονίνη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «εύκολη λύση» για κάθε παιδική αϋπνία. Οι συμπεριφορικές παρεμβάσεις παραμένουν η πρώτη και πιο ασφαλής γραμμή άμυνας: σταθερό ωράριο ύπνου, περιορισμός της έκθεσης σε οθόνες πριν τον ύπνο και ρεαλιστικές προσδοκίες ανάλογα με την ηλικία του παιδιού. Όταν η μελατονίνη κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, για το μικρότερο δυνατό διάστημα και πάντα με ιατρική καθοδήγηση. Χωρίς σαφέστερους κανόνες και περισσότερη έρευνα, η αλόγιστη χρήση της μπορεί να κρύβει περισσότερους κινδύνους απ’ όσους φαίνονται με την πρώτη ματιά.