Καρκίνος του προστάτη: Νέα εξέταση ούρων αποκαλύπτει κακοήθειες χωρίς βιοψία
Ένα τεστ ούρων που στοχεύει τρία γονίδια υπόσχεται να μειώσει τις επώδυνες βιοψίες στην ανίχνευση του καρκίνου του προστάτη.
Μία νέα εξέταση ούρων υπόσχεται να κάνει πιο εύκολη και λιγότερο επώδυνη τη διάγνωση του καρκίνου του προστάτη. Η καινοτομία αυτή βασίζεται σε έναν συνδυασμό τριών βιοδεικτών που εμφανίζονται στα ούρα των ασθενών πριν από την αφαίρεση του προστάτη — αλλά σχεδόν εξαφανίζονται μετά την επέμβαση — επιβεβαιώνοντας ότι προέρχονται όντως από τον προστάτη.
Στη μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό eBioMedicine , οι ερευνητές εξέτασαν ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με καρκίνο του προστάτη, καθώς και υγιείς ανθρώπους, για να εντοπίσουν ποιες διαφορές υπάρχουν στα επίπεδα ορισμένων γονιδίων. Από αρχικά σχεδόν 800 γονίδια, επέλεξαν τα τρία που έδειξαν τη μεγαλύτερη αξιοπιστία, τα TTC3, H4C5 και EPCAM.
Το πρόβλημα με το PSA
Όπως γράφεται στο futurity.org, μέχρι σήμερα η διάγνωση συνήθως ξεκινούσε με τη μέτρηση της πρωτεΐνης PSA στο αίμα. Όταν η τιμή υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο όριο (συνήθως πάνω από 4,0 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο), ακολουθεί βιοψία — μια διαδικασία που μπορεί να είναι επώδυνη και να έχει παρενέργειες. Πολλές φορές, όμως, η βιοψία δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει καρκίνος, παρά τις ύποπτες ενδείξεις.
Η νέα μέθοδος με τα τρία γονίδια φαίνεται να υπερτερεί σε αρκετά σημεία: ανιχνεύει καρκινικά κύτταρα ακόμα κι όταν η τιμή PSA είναι φυσιολογική, διακρίνει τον καρκίνο από φλεγμονές ή τη διόγκωση του προστάτη (καλοήθη υπερπλασία), και μειώνει την ανάγκη για περιττές βιοψίες.
Ανάλυση με μοριακά τεστ
Το πρωτόκολλο της έρευνας προέβλεπε την ανάλυση δειγμάτων ούρων από πάνω από χίλια άτομα, τόσο από υγιείς όσο και από ασθενείς πριν και μετά την αφαίρεση του προστάτη. Για την εκτέλεση χρησιμοποίησαν τεχνικές όπως αλληλουχία RNA και ποσοτική PCR για να μετρήσουν την έκφραση των γονιδίων στα ούρα, και επιπλέον εξέτασαν ιστολογικά δείγματα προκειμένου να επιβεβαιώσουν τη σύνδεση μεταξύ των βιοδεικτών και του πραγματικού καρκινικού ιστού.
Το όφελος αυτής της προσέγγισης είναι διττό: Αφενός, λιγότερο επεμβατικές εξετάσεις για τον ασθενή και αφετέρου, πιο έγκαιρη και ακριβής διάγνωση με δυνατότητα ξεχωρίσματος των περιπτώσεων που όντως χρήζουν θεραπείας από εκείνες που προχωρούν αργά και δεν απειλούν άμεσα.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι χρειάζονται επιπλέον έρευνες ώστε αυτή η εξέταση να δοκιμαστεί και σε άλλες κλινικές προϋποθέσεις, καθώς και να μετατραπεί σε πρακτικό διαγνωστικό τεστ στα νοσοκομεία. Η πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι τα αποτελέσματα θα είναι σταθερά, αξιόπιστα και ευρέως προσβάσιμα.