Καρκίνος του εγκεφάλου: Νέο τεστ ανιχνεύει τις κακοήθειες με 80% ακρίβεια και χωρίς βιοψία
Νέα εξέταση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ανιχνεύει καρκίνο εγκεφάλου με ακρίβεια, μειώνοντας την ανάγκη για βιοψίες.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην θεραπεία του καρκίνου του εγκεφάλου είναι ότι η διάγνωση απαιτεί βιοψία. Πρόκειται για μια διαδικασία που εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους, αφού οι γιατροί πρέπει να εισχωρήσουν σε ευαίσθητους ιστούς με κίνδυνο αιμορραγίας, μόλυνσης ή μόνιμων βλαβών. Ακόμη κι όταν οι εξετάσεις απεικόνισης, όπως οι μαγνητικές τομογραφίες, εντοπίζουν ύποπτες βλάβες, οι γιατροί χρειάζονται χειρουργική επέμβαση για να επιβεβαιώσουν αν πρόκειται πράγματι για καρκίνο.
Σε μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό Cancer Discovery περιγράφεται μια νέα διαγνωστική μέθοδος που αναπτύχθηκε από ερευνητές του Johns Hopkins και φαίνεται να αλλάζει τα δεδομένα. Το τεστ ονομάζεται CSF-BAM και βασίζεται στην ανάλυση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, το οποίο περιβάλλει τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό. Η λήψη του υγρού αυτού είναι πολύ λιγότερο επεμβατική διαδικασία, καθώς γίνεται μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης και όχι με αφαίρεση ιστών από τον εγκέφαλο.
Το τεστ που αξιοποιεί γενετικά και ανοσολογικά στοιχεία
Όπως διαβάζουμε στο The Brighter Side News, το ιδιαίτερο με το τεστ CSF-BAM είναι ότι δεν στηρίζεται σε ένα μόνο βιολογικό «σήμα». Αντίθετα, ελέγχει ταυτόχρονα γενετικές μεταλλάξεις που προέρχονται από τον όγκο, ανωμαλίες στον αριθμό των χρωμοσωμάτων (ανευπλοειδία), αλλά και μοτίβα στους υποδοχείς των Τ και Β λεμφοκυττάρων. Ο συνδυασμός αυτών των στοιχείων δημιουργεί μια σαφέστερη εικόνα για το τι συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλο.
Πώς διεξήχθη η μελέτη – Ποια ήταν τα αποτελέσματα
Σε δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε περισσότερα από 200 δείγματα ασθενών με διάφορους τύπους καρκίνου του εγκεφάλου, όπως γλοιοβλαστώματα, μεταστατικούς όγκους και λεμφώματα του κεντρικού νευρικού συστήματος, το τεστ πέτυχε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Η ευαισθησία του ξεπέρασε το 80%, δηλαδή σε περισσότερους από 4 στους 5 ασθενείς η διάγνωση ήταν σωστή. Το ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι δεν κατέγραψε κανένα ψευδώς θετικό αποτέλεσμα, που σημαίνει πως κανένας υγιής συμμετέχων δεν χαρακτηρίστηκε καρκινοπαθής.
Πέρα όμως από την ίδια τη διάγνωση, το τεστ προσφέρει και πολύτιμες πληροφορίες για το πώς αντιδρά το ανοσοποιητικό σύστημα στον εγκέφαλο. Τα μοτίβα των υποδοχέων των ανοσοκυττάρων επιτρέπουν στους επιστήμονες να διαχωρίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις καρκινικές από τις μη καρκινικές καταστάσεις, αλλά και να κατανοήσουν καλύτερα πώς εξελίσσονται διαφορετικοί τύποι όγκων. Στο μέλλον, αυτές οι πληροφορίες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για νέες θεραπείες που θα «ξυπνούν» την άμυνα του ίδιου του οργανισμού.
Η συνδυαστική προσέγγιση
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο της μεθόδου είναι ότι κανένας δείκτης από μόνος του δεν είναι απόλυτα αξιόπιστος. Για παράδειγμα, μια γενετική μετάλλαξη μπορεί να υπάρχει σε έναν καρκίνο, αλλά να λείπει σε έναν άλλο. Μπορεί επίσης ανευπλοειδία (αριθμητική χρωμοσωμική ανωμαλία) να εμφανίζεται και σε μη καρκινικές καταστάσεις. Η δύναμη του CSF-BAM έγκειται στη συνδυαστική ανάλυση αυτών των δεδομένων, που αποκλείει τα ψευδή θετικά και δίνει ένα πιο καθαρό αποτέλεσμα.
Αν και η μέθοδος βρίσκεται ακόμη σε ερευνητικό στάδιο, οι ειδικοί εκτιμούν ότι στο μέλλον θα μπορούσε να εφαρμοστεί κλινικά. Θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις όπου οι απεικονιστικές εξετάσεις δεν δίνουν σαφείς απαντήσεις ή όταν η κυτταρολογική δεν ανιχνεύει καρκινικά κύτταρα στο υγρό. Επιπλέον, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην παρακολούθηση ασθενών μετά τη θεραπεία, εντοπίζοντας έγκαιρα σημάδια ανθεκτικότητας στην αγωγή ή ενδείξεις υποτροπής.
Επιπλέον, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην παρακολούθηση ασθενών μετά τη θεραπεία, εντοπίζοντας έγκαιρα σημάδια υποτροπής.