Κεταμίνη: Ακόμα και σε χαμηλή δόση μειώνει τη χρόνια κόπωση, σύμφωνα με νέα μελέτη
Νέα έρευνα εξετάζει αν η κεταμίνη μπορεί να προσφέρει γρήγορη ανακούφιση σε ασθενείς με επίμονη εξάντληση.
Μια νέα κλινική μελέτη εξετάζει κατά πόσο μια χαμηλή δόση κεταμίνης μπορεί να βοηθήσει άτομα που υποφέρουν από χρόνια κόπωση. Τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν πιθανή βελτίωση των συμπτωμάτων, με τα ευρήματα να ανοίγουν τον δρόμο για μεγαλύτερες έρευνες στο μέλλον.
Τι γνωρίζουμε για τη χρόνια κόπωση
Η χρόνια κόπωση είναι ένα σύμπτωμα που εμφανίζεται συχνά σε άτομα με μακροχρόνιες ασθένειες, επηρεάζοντας έως και 9 στους 10 ασθενείς. Δεν πρόκειται για απλή κούραση, αλλά για μια επίμονη κατάσταση εξάντλησης που δεν υποχωρεί με ξεκούραση και μπορεί να εμφανίζεται απρόβλεπτα, με σοβαρό αντίκτυπο στην καθημερινότητα, την εργασία και την ψυχολογική κατάσταση των ασθενών. Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη πλήρη εικόνα για τα αίτια, όμως υποψιάζονται ότι εμπλέκονται διαταραχές στο νευρικό σύστημα και χρόνια φλεγμονή.
Η ομάδα των ερευνητών μελέτησε πιθανές νέες θεραπείες για αυτή την κατάσταση. Προηγούμενες εργασίες της ομάδας είχαν δείξει ότι σε ασθενείς με καρκίνο, η κόπωση συνδέεται με την ενεργοποίηση συγκεκριμένων μηχανισμών του ανοσοποιητικού συστήματος. Συγκεκριμένοι υποδοχείς ενός αμινοξέος, του γλουταμινικού, φαίνεται ότι αυξάνουν την παραγωγή φλεγμονωδών ουσιών, οι οποίες σχετίζονται με το αίσθημα έντονης εξάντλησης σε ολόκληρο το σώμα.
Η δράση της κεταμίνης
Η κεταμίνη είναι ένα συνθετικό φάρμακο που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως αναισθητικό, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει το ενδιαφέρον και για τη δράση της στην ανθεκτική κατάθλιψη. Λειτουργεί μπλοκάροντας ορισμένους υποδοχείς γλουταμινικού στο κεντρικό νευρικό σύστημα και φαίνεται επίσης να ενισχύει πρωτεΐνες που βοηθούν στην επιβίωση και ανάπτυξη των νευρικών κυττάρων. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι ερευνητές υπέθεσαν ότι ίσως μπορεί να επηρεάσει και τις βιολογικές διεργασίες που οδηγούν στη χρόνια κόπωση.
Σε παλαιότερη μελέτη της ίδιας ομάδας είχε φανεί ότι η κεταμίνη μπορεί να μειώσει γρήγορα την κόπωση σε άτομα με διπολική διαταραχή, μέσα σε περίπου 40 λεπτά από τη χορήγηση, με αποτέλεσμα που κρατούσε έως και δύο ημέρες. Για να δουν αν αυτή η δράση ισχύει και σε άλλες παθήσεις, οι ερευνητές σχεδίασαν νέα δοκιμή με ασθενείς που είχαν χρόνια κόπωση από διαφορετικά νοσήματα.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή δέκα ενηλίκων, μεταξύ των οποίων ήταν επιζώντες καρκίνου αλλά και άτομα με ινομυαλγία, συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. Όλοι είχαν έντονη και μακροχρόνια εξάντληση, τουλάχιστον για έξι μήνες μέσα στον τελευταίο χρόνο. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και έλαβαν είτε κεταμίνη είτε μιδαζολάμη, ένα ταχείας δράσης ηρεμιστικό που χρησιμοποιείται συχνά σε ιατρικές πράξεις. Η δοκιμή ήταν τυχαιοποιημένη και διπλά τυφλή, δηλαδή ούτε οι ασθενείς ούτε οι γιατροί ήξεραν ποιο φάρμακο χορηγείται κάθε φορά.
Μετά από δύο εβδομάδες, οι ίδιοι ασθενείς έλαβαν το δεύτερο φάρμακο, ώστε να γίνει σύγκριση των επιδράσεων. Η μιδαζολάμη επιλέχθηκε ως φάρμακο σύγκρισης, επειδή προκαλεί παρόμοια ήπια υπνηλία και σύγχυση, ώστε να μειωθεί η πιθανότητα να καταλάβουν οι συμμετέχοντες τι λαμβάνουν.
Οι ασθενείς αξιολογούσαν την ένταση της κόπωσης σε μια κλίμακα από 0 έως 100 πριν από κάθε έγχυση και για αρκετές ημέρες μετά. Οι ερευνητές ενδιαφέρονταν κυρίως αν η κεταμίνη θα μπορούσε να μειώσει την κόπωση κατά τουλάχιστον 20% μέσα σε τρεις ημέρες.
Κατά την ανάλυση των αποτελεσμάτων φάνηκε ότι υπήρχε «μεταφορά επίδρασης» από την πρώτη φάση στη δεύτερη. Δηλαδή, οι συμμετέχοντες είχαν ήδη χαμηλότερη κόπωση πριν ξεκινήσει το δεύτερο στάδιο, ανεξάρτητα από το φάρμακο που θα λάμβαναν. Αυτό δυσκόλεψε τη σύγκριση και οδήγησε τους ερευνητές να εξετάσουν χωριστά τις δύο φάσεις.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Στην πρώτη φάση, όσοι έλαβαν κεταμίνη εμφάνισαν μείωση της κόπωσης περίπου κατά 21% την τρίτη ημέρα, ενώ όσοι πήραν μιδαζολάμη είχαν μείωση γύρω στο 17,7%. Στη δεύτερη φάση, τα ποσοστά ήταν 10,9% για την κεταμίνη και 12,6% για τη μιδαζολάμη. Σε καμία από τις δύο φάσεις δεν προέκυψε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο φάρμακα.
Παρόλα αυτά, η κεταμίνη πέτυχε τον αρχικό στόχο της μελέτης στην πρώτη φάση, ξεπερνώντας το όριο του 20% μείωσης. Μάλιστα, η μεγαλύτερη βελτίωση παρατηρήθηκε ήδη από την πρώτη ημέρα, με την κόπωση να μειώνεται σχεδόν κατά 39%.
Παρά τους όποιους περιορισμούς της μελέτης, η κεταμίνη παρουσιάζει μια πιθανή, γρήγορη δράση στη μείωση της χρόνιας κόπωσης. Οι επιστήμονες προτείνουν μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες, ώστε να φανεί πιο καθαρά αν το φάρμακο έχει πραγματικό θεραπευτικό ρόλο.