Ο Kilian Jornet είναι ο καλύτερος ορειβάτης-υπερμαραθωνοδρόμος που δεν ξέρεις. Το 2017 ανέβηκε στο Έβερεστ, χωρίς τη συνήθη ασφάλεια του οξυγόνου, χωρίς σταθερά σχοινιά, γνωρίζοντας ότι το βουνό δεν «συγχωρεί». Δεν υπήρχε βεβαιότητα. Δεν υπήρχε καν η ψευδαίσθηση ασφάλειας. Το εγχείρημα μπορεί να αποτύχει, ο ορειβάτης μπορεί να χάσει τη ζωή του. Σκέψου λοιπόν πώς είναι να ανέβεις το Έβερεστ δύο φορές μέσα σε πέντε μέρες. Δεν πρόκειται πλέον για επίτευγμα, αλλά για επιμονή σε μια κατάσταση που ήδη έχει εξαντλήσει τη λογική.
Το Everest ως πείραμα, όχι ως κορύφωση
Στο Everest, τα πράγματα δεν είναι καθαρά. Υπάρχει ασθένεια, τροφική δηλητηρίαση, σωματική αποδιοργάνωση πάνω από τα 7.000 μέτρα. Το σώμα δεν συνεργάζεται. Και όμως, συνεχίζει. Όχι με την κλασική εικόνα του αθλητή που υπερβαίνει τον εαυτό του, αλλά με κάτι πιο ψυχρό: μια διαρκή αξιολόγηση του τι σημαίνει «αρκετό». Δεν υπάρχει ηρωισμός. Υπάρχει διαχείριση.
Η πρώτη ανάβαση κρατά περίπου 26 ώρες από ένα χαμηλότερο σημείο εκκίνησης, κοντά στο Rongbuk Monastery. Η μέτρηση από μόνη της είναι ήδη αντικείμενο συζήτησης, καθώς διαφορετικοί ορειβάτες ξεκινούν από διαφορετικά σημεία αναφοράς. Ο ίδιος προσπαθεί να εισαγάγει ένα πιο σταθερό σημείο εκκίνησης σε μια πρακτική που συχνά βασίζεται σε συμφωνίες και όχι σε κανόνες.
Πέντε ημέρες αργότερα, επιστρέφει. Αυτή τη φορά από το Advanced Base Camp, με έναν πιο «τυπικό» τρόπο μέτρησης. Η ανάβαση ολοκληρώνεται σε περίπου 17 ώρες. Σε ένα καθαρά αθλητικό πλαίσιο, αυτό θα μπορούσε να διαβαστεί ως απόπειρα καταγραφής ενός χρόνου. Στο Everest, όμως, οι χρόνοι δεν είναι ποτέ αποκομμένοι από το πλαίσιο. Και το πλαίσιο εδώ είναι η προηγούμενη ανάβαση, η εξάντληση που δεν έχει προλάβει να μηδενίσει, το σώμα που δεν ξεκινά από ουδέτερο σημείο.
Η φυσιολογία της ακραίας αντοχής
Αυτό είναι και το σημείο όπου η ιστορία ξεφεύγει από το καθαρά ορειβατικό πεδίο και μπαίνει στο πεδίο της φυσιολογίας. Ο Jornet έχει καταγραφεί με VO₂ max κοντά στο 92 ml/kg/min, από τα υψηλότερα επίπεδα που έχουν μετρηθεί σε ανθρώπους. Ο καρδιακός του ρυθμός ηρεμίας είναι εξαιρετικά χαμηλός, και η ικανότητά του για αποκατάσταση έχει γίνει σχεδόν πιο σημαντική από την ικανότητά του για προσπάθεια. Δεν είναι απλώς ότι αντέχει. Είναι ότι επιστρέφει γρήγορα σε κατάσταση λειτουργίας.
Αυτό φαίνεται πιο καθαρά όταν το Everest παύει να είναι μεμονωμένο γεγονός και εντάσσεται σε μια σειρά από ακραία projects. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο λεγόμενο “States of Elevation”, ο Jornet συνδέει δεκάδες κορυφές, διασχίζοντας μεγάλες αποστάσεις με ποδήλατο και στη συνέχεια ανεβαίνοντας και τρέχοντας σε υψόμετρα που απαιτούν συνεχή προσαρμογή. Η καθημερινότητα δεν περιλαμβάνει απλώς προπόνηση. Περιλαμβάνει μετακίνηση, κόπωση, ύπνο λίγων ωρών και επανάληψη.
Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί: χιλιάδες χιλιόμετρα συνολικής μετακίνησης, δεκάδες κορυφές, συνεχής δραστηριότητα για πάνω από έναν μήνα. Αλλά αυτό που περιγράφεται από τον ίδιο δεν είναι η υπέρβαση του ανθρώπινου ορίου με έναν εκρηκτικό τρόπο. Είναι η σταδιακή μετατόπιση του τι θεωρείται «κανονικό» για το σώμα. Στην αρχή υπάρχει αντίσταση. Μετά υπάρχει προσαρμογή. Και στο τέλος, μια ανησυχητική οικειότητα με την εξάντληση.
Απώλεια, ρίσκο και η επαναδιατύπωση των ορίων
Πίσω από αυτά, υπάρχει και μια πιο σύνθετη ψυχολογική διαδρομή. Ο Jornet δεν κρύβει ότι η σχέση του με το ρίσκο δεν είναι στατική. Υπάρχουν στιγμές όπου συνεχίζει ενώ γνωρίζει ότι δεν είναι πλήρως άνετος με τις συνθήκες. Και αυτό το «ενώ ξέρω» είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της αφήγησης. Δεν πρόκειται για άγνοια κινδύνου, αλλά για διαρκή διαπραγμάτευση με αυτόν.
Από την ορειβατική του πορεία δεν λείπει και το βίωμα της απώλειας. Ο θάνατος του Stéphane Brosse στις Άλπεις, μπροστά του, δεν λειτουργεί ως αφηρημένο γεγονός, αλλά ως ρήγμα. Μια στιγμή όπου το βουνό παύει να είναι πεδίο απόδοσης και γίνεται πεδίο μη αναστρέψιμης συνέπειας. Η αντίδραση δεν είναι απόσυρση. Είναι αντίθετα μια περίοδος αυξημένου ρίσκου και εσωτερικής αναζήτησης, σαν να προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τι «σημαίνει» το γεγονός.
Αυτό όμως που προκύπτει μακροπρόθεσμα δεν είναι η επιθετικότητα. Είναι μια σταδιακή ωρίμανση στη σχέση με τον κίνδυνο. Με τα χρόνια, ο ίδιος μιλά περισσότερο για την ανάγκη να γνωρίζει πότε πρέπει να γυρίσει πίσω, παρά για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει. Και αυτή η μετατόπιση είναι ίσως πιο σημαντική από κάθε ρεκόρ.
Στο σπίτι, η εικόνα αλλάζει ριζικά. Εκεί δεν υπάρχει υψόμετρο. Υπάρχουν παιδιά, ρουτίνα, μικρές αποφάσεις χωρίς δραματικό βάρος. Και αυτό, παραδόξως, είναι για εκείνον πιο δύσκολο να αποσυμπιεστεί από ό,τι μια μέρα 20 ωρών στο βουνό. Όχι επειδή είναι πιο απαιτητικό, αλλά επειδή είναι λιγότερο απόλυτο. Η απουσία κινδύνου αφαιρεί και την αίσθηση καθαρότητας.
Ο ίδιος δεν παρουσιάζει τη ζωή του ως θρίαμβο. Δεν υπάρχει ρομαντική αφήγηση υπέρβασης. Υπάρχει μια συνεχής αναζήτηση για το τι μπορεί να αντέξει το σώμα όταν το περιβάλλον δεν προσφέρει καμία εγγύηση. Και ταυτόχρονα, μια σταδιακή συνειδητοποίηση ότι το πιο δύσκολο όριο δεν είναι πάντα το φυσικό.