«Κρέας» από μύκητα παράγεται με διπλάσια πρωτεΐνη και χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα
Νέος μύκητας από CRISPR αποδίδει σχεδόν διπλή πρωτεΐνη και μειώνει το κόστος παραγωγής, αλλάζοντας την αγορά εναλλακτικών τροφίμων.
Ένα γενετικά τροποποιημένο είδος μύκητα που ανέπτυξαν Κινέζοι ερευνητές μπορεί να αλλάξει ριζικά την παραγωγή εναλλακτικών πρωτεϊνών και τον τομέα της διατροφής παγκοσμίως. Με τη βοήθεια της μεθόδου CRISPR, οι ερευνητές αφαίρεσαν δύο γονίδια από το κοινό είδος μύκητα Fusarium, το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγή των προϊόντων της εταιρείας Quorn. Το αποτέλεσμα ήταν ένας οργανισμός που αποδίδει σχεδόν διπλάσια ποσότητα πρωτεΐνης, ενώ απαιτεί πολύ λιγότερους πόρους.
Πώς λειτουργεί η γενετική τροποποίηση
Όπως διαβάζουμε στο ZME Science, η τροποποιημένη έκδοση του μύκητα, γνωστή ως FCPD, αποδείχθηκε όχι μόνο πιο παραγωγική αλλά και πιο οικονομική. Παράγει σχεδόν 90% περισσότερη πρωτεΐνη καταναλώνοντας ταυτόχρονα πολύ λιγότερη ζάχαρη και θρεπτικά συστατικά. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή του μπορεί να μειώσει το τελικό κόστος, κάτι που ίσως βοηθήσει τα πρωτεϊνικά τρόφιμα να βρουν τη θέση τους στα σουπερμάρκετ ακόμα και σε αγορές που τα υποκατάστατα κρέατος δεν είναι δημοφιλή.
Η πρόοδος που σημειώθηκε έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι ειδικοί ζητούν από τις ανεπτυγμένες χώρες να περιορίσουν την κατανάλωση κρέατος και τη βιομηχανία που το παράγει. Αν και τα όσπρια παραμένουν η πιο αποδοτική πηγή φυτικής πρωτεΐνης, τα μυκοπρωτεϊνούχα προϊόντα μπορούν να λειτουργήσουν ως γευστικότερη και πιο οικεία λύση. Επιπλέον, η υψηλή περιεκτικότητά τους σε φυτικές ίνες τα καθιστά πιο δελεαστικά.
Γιατί ενδιαφέρει τη βιομηχανία τροφίμων
Το Fusarium venenatum χρησιμοποιείται από τη δεκαετία του ’60 για την παραγωγή βρώσιμης πρωτεΐνης και αποτέλεσε τη βάση για τα προϊόντα Quorn, κυκλοφορεί εδώ και δεκαετίες. Η καλλιέργεια του μύκητα, η οποία απαιτεί ζάχαρη και άζωτο, παράγει ένα παχύρρευστο υλικό που στη συνέχεια θερμαίνεται και αναμειγνύεται με συστατικά όπως πρωτεΐνη πατάτας ή ασπράδι αυγού για να αποκτήσει υφή «κρέατος». Προς το παρόν όμως, τα είδη αυτά υστερούν ως προς τη γεύση και την υφή.
Η χρήση CRISPR έλυσε δύο βασικά προβλήματα: την ανάγκη για πολλή ζάχαρη και τη δύσκολη πέψη. Η αφαίρεση ενός γονιδίου επέτρεψε στον μύκητα να αναπτύσσεται αποδοτικότερα, ενώ η αφαίρεση ενός δεύτερου μείωσε το σκληρό περίβλημα (χιτίνη) στα κύτταρα. Με λεπτότερα τοιχώματα, ο οργανισμός γίνεται πιο εύπεπτος για τον άνθρωπο, επιτρέποντας καλύτερη απορρόφηση της πρωτεΐνης και πιο ευχάριστη αίσθηση στο στόμα, χωρίς τη σκληράδα των παλαιότερων εκδόσεων.
Σε πρόσφατες δοκιμές διαπιστώθηκε ότι οι νέες εκδοχές είχαν πιο ευχάριστη υφή χάρη στην υψηλότερη περιεκτικότητα σε λιπαρά και στη μειωμένη χιτίνη. Μάλιστα, μια μηχανή ανάλυσης υφής έδειξε ότι τα δείγματα παρέπεμπαν σε κοτόπουλο ως προς τη σκληρότητα, την ελαστικότητα και τη συνοχή, δείχνοντας πόσο κοντά βρίσκονται πλέον στα ζωικά προϊόντα.
Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του FCPD
Η μελέτη αξιολόγησε επίσης τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο των νέων μυκήτων. Αν και δεν ξεπερνούν άλλες φυτικές πρώτες ύλες όπως το μπιζέλι, το FCPD είναι σημαντικά πιο φιλικό στο περιβάλλον από το μη τροποποιημένο Fusarium και από επιλογές όπως το καλλιεργημένο κρέας. Σε σύγκριση με την παραγωγή πουλερικών στην Κίνα, απαιτεί έως και 70% λιγότερη γη και μειώνει τον κίνδυνο ρύπανσης του γλυκού νερού κατά σχεδόν 80%.
Παρότι η δυσπιστία του κοινού απέναντι στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα παραμένει, τέτοιες τεχνικές έχουν πάρει έγκριση από τις ρυθμιστικές αρχές. Το μέλλον των νέων αυτών προϊόντων θα εξαρτηθεί από το αν μπορούν να συνδυάσουν υψηλή απόδοση, χαμηλό περιβαλλοντικό κόστος και ευρεία αποδοχή από τους καταναλωτές.