Μια απλή μέτρηση μπορεί να προβλέψει καρδιοπάθεια καλύτερα από τον δείκτη μάζας σώματος
Το κοιλιακό λίπος είναι ο «σιωπηλός» εχθρός της καρδιάς, σύμφωνα με νέα μελέτη.
H πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων γίνεται με τη μέτρηση ενός από τα πιο καθιερωμένα «εργαλεία» της ιατρικής: του δείκτη μάζας σώματος. Νέα επιστημονικά δεδομένα, ωστόσο, δείχνουν ότι μια πολύ πιο απλή μέτρηση, η αναλογία μέσης προς ύψος, μπορεί να προβλέψει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον μελλοντικό κίνδυνο καρδιοπάθειας, ακόμη και πολλά χρόνια πριν εμφανιστούν συμπτώματα. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι αφορά ανθρώπους που συχνά θεωρούνται «υγιείς».
Γιατί ο δείκτης BMI αποτυγχάνει να εντοπίσει τον πραγματικό κίνδυνο
Όπως διαβάζουμε στο SciTechDaily, ο δείκτης μάζας σώματος, γνωστός ως BMI, βασίζεται αποκλειστικά στο βάρος και το ύψος. Δεν λαμβάνει υπόψη του πού ακριβώς αποθηκεύεται το λίπος στο σώμα, κάτι που αποδεικνύεται κρίσιμο για την καρδιαγγειακή υγεία. Αντίθετα, η αναλογία μέσης προς ύψος εστιάζει στο κοιλιακό λίπος, δηλαδή στο λίπος που συσσωρεύεται γύρω από τα εσωτερικά όργανα. Αυτό το είδος λίπους συνδέεται στενά με φλεγμονές, μεταβολικές διαταραχές και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, ακόμη και όταν το συνολικό βάρος φαίνεται «φυσιολογικό».
Τα δεδομένα από τη μεγάλη βραζιλιάνικη μελέτη
Τα συμπεράσματα προκύπτουν από ανάλυση δεδομένων 2.721 ενηλίκων στη μεγάλη βραζιλιάνικη μελέτη ELSA-Brasil. Οι συμμετέχοντες δεν είχαν καρδιαγγειακή νόσο στην αρχή και παρακολουθήθηκαν για περισσότερα από πέντε χρόνια. Οι ερευνητές εξέτασαν διάφορες σωματικές μετρήσεις και στη συνέχεια συνέδεσαν αυτές τις πληροφορίες με την εμφάνιση καρδιαγγειακών προβλημάτων στο μέλλον, προσπαθώντας να διαπιστώσουν ποιος δείκτης «βλέπει» πιο μακριά στον χρόνο.
Αρχικά, τόσο ο BMI όσο και η περίμετρος μέσης και η αναλογία μέσης προς ύψος φάνηκαν να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο. Όμως όταν οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη κλασικούς παράγοντες κινδύνου –όπως την ηλικία, το φύλο, το κάπνισμα, τη φυσική δραστηριότητα, τον διαβήτη, την υπέρταση και τη χοληστερίνη– μόνο η αναλογία μέσης προς ύψος παρέμεινε ισχυρός και ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης. Με απλά λόγια, ήταν η μόνη μέτρηση που «άντεξε» στον επιστημονικό έλεγχο.
Ο ΔΜΣ κάτω του 30 και ο εφησυχασμός
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το πιο καθαρό προειδοποιητικό σήμα εμφανίστηκε σε άτομα με BMI κάτω από 30, δηλαδή κάτω από το όριο που ορίζει την παχυσαρκία. Πολλοί από αυτούς δεν θεωρούν τον εαυτό τους υψηλού κινδύνου και συχνά καθησυχάζονται από «καλές» εξετάσεις. Ωστόσο, αν η αναλογία μέσης προς ύψος ξεπερνά το 0,5, ο κίνδυνος για μελλοντική καρδιαγγειακή νόσο αυξάνεται αισθητά, ακόμη κι αν όλα τα υπόλοιπα φαίνονται φυσιολογικά.
Η εξήγηση βρίσκεται στη διαφορετική βιολογική συμπεριφορά του λίπους. Το υποδόριο λίπος, που βρίσκεται κάτω από το δέρμα, δεν είναι τόσο επιβλαβές όσο το σπλαχνικό λίπος της κοιλιάς. Το δεύτερο επηρεάζει άμεσα τα αγγεία και την καρδιά και συνδέεται με την εναπόθεση ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες, ένα πρώιμο και αξιόπιστο σημάδι καρδιαγγειακής νόσου. Ο BMI αδυνατεί να κάνει αυτή τη διάκριση, ενώ η μέτρηση της μέσης τη «φωτογραφίζει» ξεκάθαρα.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η ενσωμάτωση της αναλογίας μέσης προς ύψος στην κλινική πράξη θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζονται τα άτομα με υψηλές πιθανότητες για εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων. Πρόκειται για μια απλή, γρήγορη και χωρίς κόστος μέτρηση, που μπορεί να αποκαλύψει κρυφούς κινδύνους πολύ νωρίτερα. Σε μια εποχή όπου η πρόληψη είναι το πιο ισχυρό όπλο της ιατρικής, ένα μέτρο και μια μεζούρα ίσως αποδειχθούν πιο χρήσιμα από μια ζυγαριά.
Η μελέτη δημοσιεύεται στο περιοδικό The Lancet Regional Health – Americas.