Ναζί εναντίον κρατούμενων: Το παιχνίδι που δεν έγινε ποτέ, ο Μπάμπιτς και η «απαγορευμένη» μπάλα
Ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι που διεξήχθη κάτω από το μαύρο «πέπλο» του ναζισμού και ένας κρατούμενος που δεν λύγισε ποτέ.
Υπάρχουν ιστορίες που χάνονται στις σκονισμένες σελίδες της ιστορίας· μικρά επεισόδια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που δεν έγιναν ποτέ πρώτο θέμα, αλλά αποτυπώνουν πώς ακόμη και το ποδόσφαιρο μετατράπηκε σε μέσο εξουσίας, αντίστασης και ψυχολογικού πολέμου. Μία από αυτές εκτυλίχθηκε το 1942, σε ένα στρατόπεδο εργασίας κοντά στο Τσάκοβιτς της τότε Γιουγκοσλαβίας.
Η ποδοσφαιρική «ανταρσία» των κρατουμένων
Στο στρατόπεδο εργάζονταν περίπου 600 Γιουγκοσλάβοι εργάτες. Παρά τον συνεχή φόβο και την εξάντληση, οι κρατούμενοι είχαν δημιουργήσει μια μικρή ομάδα ποδοσφαίρου, χρησιμοποιώντας αυτοσχέδια μπάλα από κουρέλια. Οι φρουροί, κυρίως Αυστριακής καταγωγής, παρακολουθούσαν με περιέργεια τα παιχνίδια, που γίνονταν τα απογεύματα, και σύντομα προκλήθηκε το… αναμενόμενο. Οι Ναζί πρότειναν φιλικό παιχνίδι μεταξύ φρουρών και κρατουμένων.
Πίσω από την πρόταση όμως υπήρχε άλλο κίνητρο. Οι Γερμανοί ήθελαν να εκμεταλλευτούν το παιχνίδι ως προπαγάνδα: μια επίδειξη «ανωτερότητας» και παράλληλα μια δοκιμή πειθαρχίας των κρατουμένων μπροστά στη διοίκηση.
Ο κρατούμενος «θρύλος» που αντιστάθηκε στις διαταγές
Η ομάδα των κρατουμένων είχε έναν παίκτη... θρύλο: τον Μίλαν Μπάμπιτς, πρώην παίκτη της Γκρατσανίτσα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ήταν γρήγορος, τεχνικός και απίστευτα ήρεμος. Οι Ναζί ανέμεναν ότι ένα ματς θα τους έδινε την ευκαιρία να «σπάσουν» ψυχολογικά τους Γιουγκοσλάβους.
Όταν ο διοικητής ανακοίνωσε επίσημα τον αγώνα, ο Μπάμπιτς έκανε κάτι απροσδόκητο: αρνήθηκε να παίξει. Η άρνησή του δεν ήταν απλή πράξη αντίστασης. Ήταν πλήγμα στο σχέδιο προπαγάνδας. Αν ο καλύτερος παίκτης δεν κατέβαινε στο ματς, το παιχνίδι έχανε το νόημά του. Οι Γερμανοί προσπάθησαν να τον φοβίσουν με απειλές, μείωση μερίδας, απομόνωση. «Το ποδόσφαιρο είναι δικό μας. Δεν θα το χρησιμοποιήσετε για επίδειξη», φέρεται να είπε σε συγκρατούμενό του.
Η νύχτα που εξαφανίστηκε η... απαγορευμένη μπάλα
Την παραμονή του αγώνα, κάποιοι κρατούμενοι εξαφάνισαν την αυτοσχέδια μπάλα. Στα αρχεία αναφέρεται απλώς ως «incident with the football». Χωρίς μπάλα, το ματς δεν μπορούσε να διεξαχθεί. Οι φρουροί θύμωσαν, η διοίκηση κατάλαβε το σαμποτάζ, κι έτσι το παιχνίδι ακυρώθηκε. Το γεγονός έμοιαζε μικρό, σχεδόν ασήμαντο μέσα στον όλεθρο του πολέμου. Όμως για τους κρατούμενους ήταν κάτι άλλο. Μια νίκη αξιοπρέπειας. Η μικρότερη δυνατή πράξη εξέγερσης σε ένα σύστημα που απαιτούσε απόλυτη υποταγή.
Λίγους μήνες αργότερα, όταν το στρατόπεδο εγκαταλείφθηκε βιαστικά από τις γερμανικές δυνάμεις, βρέθηκε σε μια αποθήκη η παλιά μπάλα–κουρέλι. Δίπλα της, στο ξύλο, χαραγμένη μια φράση στα σερβοκροάτικα: «Το παιχνίδι μας, όχι δικό τους.»
Η ιστορία αυτή δεν διδάσκεται σε βιβλία. Κυκλοφορεί από αφηγήσεις των επιζώντων και μικρά ντοκουμέντα σε τοπικά αρχεία. Όμως αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: ότι το ποδόσφαιρο, ακόμη και μέσα στη φρίκη, μπορούσε να γίνει όπλο ταυτότητας, μικρή σπίθα αντίστασης και υπενθύμιση πως, όσο δύσκολες κι αν είναι οι συνθήκες, το πνεύμα των ανθρώπων βρίσκει πάντα τρόπο να πει «όχι».