Αλτσχάιμερ: Επανάσταση στη διάγνωση και την έγκαιρη θεραπεία φέρνει νέα εξέταση αίματος
Νέο τεστ αίματος για Αλτσχάιμερ υπόσχεται ανώδυνη, ευκολότερη και οικονομική διάγνωση σε πρώιμο στάδιο.
Μια νέα αιματολογική εξέταση για τη νόσο Αλτσχάιμερ έλαβε πρόσφατα έγκριση από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), ανοίγοντας τον δρόμο για πιο έγκαιρη και οικονομική διάγνωση. Πρόκειται για την πρώτη αιματολογική μέθοδο που ανιχνεύει σημάδια Αλτσχάιμερ στον εγκέφαλο. Η έγκριση στηρίχθηκε σε πολυάριθμες μελέτες, ενώ η εφαρμογή της αναμένεται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται σήμερα η διάγνωση της άνοιας.
Γιατί είναι απαραίτητη μια νέα, απλούστερη εξέταση για το Αλτσχάιμερ
Όπως διαβάζουμε στο Live Science, το Αλτσχάιμερ αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες νευροεκφυλιστικές παθήσεις. Υπολογίζεται ότι το 2025, περίπου 7,2 εκατομμύρια Αμερικανοί άνω των 65 ετών θα εμφανίσουν αυτή τη μορφή άνοιας. Οι πιθανότητες αυξάνονται με την ηλικία, από 5% στις ηλικίες 65-74, έως και 33% για άτομα άνω των 85 ετών. Η νέα εξέταση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόλις διαπιστωθούν πρώτα συμπτώματα γνωστικής εξασθένησης, αντικαθιστώντας πιο επεμβατικές και δαπανηρές μεθόδους όπως η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) ή η οσφυονωτιαία παρακέντηση.
Πώς λειτουργεί η νέα αιματολογική εξέταση και ποιοι μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν
Η νέα αιματολογική δοκιμή μετρά την αναλογία δύο πρωτεϊνών στο αίμα, έναν δείκτη που σχετίζεται με την ύπαρξη πλακών αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. Όταν ένας ασθενής εμφανίσει συμπτώματα όπως απώλεια μνήμης, ο πρώτος που θα τον αξιολογήσει είναι ο γενικός γιατρός. Αν εντοπιστεί γνωστική εξασθένηση, τότε ο ασθενής παραπέμπεται σε νευρολόγο για περαιτέρω αξιολόγηση, όπου και μπορεί να γίνει χρήση της εξέτασης.
Σύμφωνα με τη Mayo Clinic, τόσο οι ειδικοί της άνοιας όσο και οι γενικοί γιατροί θα μπορούν να παραγγέλνουν την εξέταση για διαγνωστικούς σκοπούς. Η αξιοπιστία παραμένει υψηλή, είτε συνταγογραφείται από γενικό γιατρό είτε από ειδικό. Η δοκιμή μπορεί να καθοδηγήσει την απόφαση για έναρξη θεραπείας, όπως τα φάρμακα lecanemab ή donanemab, ή για την πιο ήπια αγωγή donepezil. Με την έγκριση του FDA, αναμένεται να καλύπτεται τόσο από τη Medicare όσο και από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.
Η αιματολογική εξέταση, που φέρει το όνομα Lumipulse G pTau217/ß-Amyloid 1-42 Plasma Ratio, απευθύνεται σε άτομα άνω των 55 ετών που παρουσιάζουν επιβεβαιωμένη γνωσιακή έκπτωση. Σκοπός της είναι η έγκαιρη ανίχνευση των πλακών αμυλοειδούς, οι οποίες είναι συστάδες βήτα-αμυλοειδούς πρωτεΐνης ανάμεσα σε εγκεφαλικά κύτταρα. Τα υπάρχοντα φάρμακα δεν αφαιρούν τις πλάκες, αλλά καθυστερούν τη φθορά κατά 30%-40%.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι, αν σήμερα κάποιος οδηγεί και ζει ανεξάρτητα, χωρίς αγωγή, ίσως σε πέντε χρόνια να μην μπορεί να το κάνει. Με φαρμακευτική αγωγή, αυτό το διάστημα μπορεί να επιμηκυνθεί στα οκτώ χρόνια. Επομένως, η διαγνωστική προσβασιμότητα που προσφέρει η νέα αιματολογική δοκιμή μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην έγκαιρη έναρξη θεραπείας.
Τι πρέπει να προσέξετε: ψευδώς θετικά, παρενέργειες και περιορισμοί
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εξέταση δεν συνιστάται για προληπτικό έλεγχο του γενικού πληθυσμού. Είναι κατάλληλη μόνο για άτομα που έχουν ήδη εμφανίσει συμπτώματα Αλτσχάιμερ. Η παρουσία αμυλοειδούς στον εγκέφαλο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος θα νοσήσει. Μάλιστα, αν εντοπιστούν τέτοια σημάδια 20 χρόνια πριν από τα πρώτα συμπτώματα, δεν υπάρχει ένδειξη για θεραπεία, καθώς τα φάρμακα έχουν και παρενέργειες – όπως αντιδράσεις στην έγχυση (πονοκέφαλος, ναυτία) ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις και εγκεφαλικό οίδημα.
Υπάρχει ωστόσο και η πιθανότητα ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Δηλαδή, το τεστ μπορεί να δείξει ότι κάποιος πάσχει από Αλτσχάιμερ, ενώ δεν ισχύει. Για παράδειγμα, η παρουσία αμυλοειδούς μπορεί να οφείλεται σε νεφρική δυσλειτουργία. Στη μελέτη της Mayo Clinic, από 510 συμμετέχοντες, το 95% όσων είχαν συμπτώματα διαγνώστηκαν σωστά. Υπήρξε 5,3% ψευδώς αρνητικά και 17,6% ψευδώς θετικά. Πολλοί από τους ψευδώς θετικούς είχαν τελικά άλλες μορφές άνοιας, όπως η άνοια με σωμάτια Lewy.
Οι περισσότεροι συμμετέχοντες στις μελέτες ήταν υγιέστεροι του μέσου όρου, με ασφάλιση και κυρίως λευκοί. Άρα, όταν η εξέταση εφαρμοστεί σε ευρύτερους πληθυσμούς, μπορεί να προκύψουν αναντιστοιχίες, ειδικά σε άτομα με υπνική άπνοια ή νεφρικά προβλήματα που επίσης επηρεάζουν τη μνήμη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεστ μπορεί να συνοδευτεί από άλλες εξετάσεις ή αξιολόγηση ύπνου.
Τέλος, το νέο τεστ έχει μεγάλη σημασία και για την έρευνα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας φαρμάκων, τόσο εγκεκριμένων όσο και υπό δοκιμή, αλλά και για τη βελτίωση της κατανόησης της νόσου σε πιο ποικιλόμορφους πληθυσμούς.