Νέα μελέτη: Η φυτική διατροφή συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο Αλτσχάιμερ
Η υγιεινή φυτική διατροφή μειώνει τον κίνδυνο άνοιας, σε αντίθεση με τις επεξεργασμένες επιλογές.
Μια μεγάλη νέα μελέτη δείχνει ότι η ποιότητα της φυτικής διατροφής μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία του εγκεφάλου και στον κίνδυνο εμφάνισης αλτσχάιμερ και άλλων μορφών άνοιας. Οι ερευνητές τονίζουν ότι δεν αρκεί απλώς μια διατροφή χωρίς ζωικά προϊόντα, αλλά έχει σημασία το είδος των φυτικών τροφών που καταναλώνονται. Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neurology, εξέτασε αν διαφορετικά είδη φυτικών διατροφών συνδέονται με τον κίνδυνο άνοιας. Οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι η μελέτη δείχνει συσχέτιση και όχι άμεση απόδειξη ότι η διατροφή προκαλεί ή προλαμβάνει την ασθένεια.
Πώς σχεδιάστηκε η έρευνα
Οι ερευνητές χώρισαν τις φυτικές διατροφές σε τρεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη ήταν η γενική φυτική διατροφή, όπου κάποιος απλώς καταναλώνει περισσότερες τροφές φυτικής προέλευσης αντί για ζωικές, χωρίς όμως να αξιολογείται η ποιότητα αυτών των τροφών. Η δεύτερη ήταν η «υγιεινή φυτική διατροφή», που περιλάμβανε τρόφιμα όπως φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ξηρούς καρπούς, δημητριακά ολικής άλεσης, φυτικά έλαια, τσάι και καφέ. Η τρίτη ήταν η «μη υγιεινή φυτική διατροφή», η οποία βασιζόταν σε επεξεργασμένα τρόφιμα όπως λευκά άλευρα, ζαχαρούχα ροφήματα, χυμούς με προσθήκη ζάχαρης και τηγανιτές πατάτες. Σημαντικό είναι ότι η μελέτη δεν εξέτασε ξεχωριστά vegan ή χορτοφαγικές δίαιτες.
Όπως εξηγούν οι επιστήμονες, μέχρι σήμερα ήταν γνωστό ότι οι φυτικές διατροφές μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση του κινδύνου για παθήσεις όπως ο διαβήτης και η υπέρταση. Ωστόσο, λιγότερα στοιχεία υπήρχαν για τη σχέση τους με την άνοια. Τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι η ποιότητα της διατροφής είναι καθοριστική: οι πιο υγιεινές επιλογές συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο, ενώ οι πιο «φτωχές» επιλογές μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο.
Η μελέτη παρακολούθησε συνολικά 92.849 ενήλικες, με μέση ηλικία τα 59 έτη στην αρχή της έρευνας. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από διαφορετικό εθνοτικό υπόβαθρο, όπως Αφροαμερικανοί, Ιάπωνες Αμερικανοί, Λατίνοι, ιθαγενείς της Χαβάης και λευκοί Αμερικανοί. Κατά τη διάρκεια περίπου 11 ετών παρακολούθησης, 21.478 άτομα εμφάνισαν κάποια μορφή άνοιας, συμπεριλαμβανομένης της νόσου Αλτσχάιμερ.
Στην αρχή της μελέτης, οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν αναλυτικά ερωτηματολόγια διατροφής. Οι ερευνητές αξιολόγησαν πόσο κοντά ήταν οι διατροφικές τους συνήθειες σε κάθε μία από τις τρεις κατηγορίες φυτικής διατροφής. Έτσι, κάθε άτομο έλαβε τρεις διαφορετικές βαθμολογίες, ανάλογα με το πόσο «υγιεινά» ή «ανθυγιεινά» έτρωγε μέσα στο πλαίσιο μιας φυτικής διατροφής. Στη συνέχεια, διαμορφώθηκαν πέντε ομάδες, από αυτούς με τις πιο υγιεινές διατροφές έως εκείνους με τις λιγότερο υγιεινές, ενώ λήφθηκαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, η σωματική δραστηριότητα και ο διαβήτης.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Όσοι βρίσκονταν στην ομάδα με την πιο υγιεινή φυτική διατροφή είχαν περίπου 12% μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας σε σχέση με την ομάδα με τη χειρότερη διατροφή. Αντίστοιχα, όσοι ακολουθούσαν πιο «καθαρό» φυτικό διατροφικό πρότυπο είχαν 7% χαμηλότερο κίνδυνο. Αντίθετα, τα άτομα που κατανάλωναν περισσότερες ανθυγιεινές φυτικές τροφές εμφάνισαν 6% αυξημένο κίνδυνο άνοιας σε σύγκριση με εκείνους που τις κατανάλωναν λιγότερο.
Σε μια δεύτερη ανάλυση, οι επιστήμονες παρακολούθησαν για 10 χρόνια 45.065 συμμετέχοντες που επανέφεραν στοιχεία για τη διατροφή τους. Από αυτούς, 8.360 εμφάνισαν άνοια αργότερα. Παρατηρήθηκε ότι όσοι άλλαξαν τη διατροφή τους προς πιο ανθυγιεινές φυτικές επιλογές είχαν 25% μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ όσοι απομακρύνθηκαν από αυτές τις επιλογές είχαν 11% μικρότερο κίνδυνο.
Τελικά συμπεράσματα
Στην έρευνα υπήρχαν περιορισμοί, όπως η καταγραφή της διατροφής μέσω ερωτηματολογίων από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, που δηλώνει ότι υπάρχει ισχυρός υποκειμενικός παράγοντας. Ωστόσο, το γενικό συμπέρασμα είναι πως η στροφή σε μια πιο ποιοτική φυτική διατροφή, ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία, μπορεί να έχει θετική επίδραση στον εγκέφαλο. Οι ερευνητές τονίζουν επίσης ότι δεν αρκεί να αποφεύγει κανείς το κρέας ή τα ζωικά προϊόντα, αλλά χρειάζεται προσοχή στο σύνολο των διατροφικών επιλογών.