Ο κακός ύπνος «κόβει» χρόνια από τη ζωή σου και τώρα ξέρουμε γιατί
Νέα έρευνα δείχνει ότι ο κακός ύπνος στην τρίτη ηλικία μειώνει όχι μόνο τη ζωή, αλλά και τα χρόνια με καθαρό μυαλό.
Οι σοβαρές διαταραχές ύπνου δεν επηρεάζουν μόνο την καθημερινότητά σου, αλλά φαίνεται πως «κλέβουν» και χρόνια από τη ζωή σου – και μάλιστα από τα χρόνια ακμής του εγκεφάλου. Νέα ανάλυση δεδομένων από ηλικιωμένους στις ΗΠΑ, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Research on Aging, δείχνει ότι όσοι αντιμετωπίζουν χρόνια και έντονα προβλήματα ύπνου ζουν λιγότερο και περνούν μικρότερο μέρος της ζωής τους με φυσιολογικές νοητικές λειτουργίες. Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η γήρανση του πληθυσμού φέρνει στο προσκήνιο τη ραγδαία αύξηση της άνοιας.
Η άνοια και ειδικά η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα συστήματα υγείας παγκοσμίως. Εκτός από το ανθρώπινο κόστος για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους, το οικονομικό βάρος είναι τεράστιο. Επειδή οι θεραπευτικές επιλογές παραμένουν περιορισμένες, η επιστημονική έρευνα στρέφεται όλο και περισσότερο στην πρόληψη και στους παράγοντες του τρόπου ζωής που μπορούν να καθυστερήσουν ή να μειώσουν τον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης.
Γιατί ο ύπνος παίζει κεντρικό ρόλο στην υγεία του εγκεφάλου
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, ο ύπνος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας. Οι άνθρωποι περνούν περίπου το ένα τρίτο της ζωής τους κοιμώμενοι, διάστημα κατά το οποίο, όμως, ο εγκέφαλος παραμένει κάθε άλλο παρά «ανενεργός»: οργανώνει τις μνήμες, απομακρύνει άχρηστα μεταβολικά κατάλοιπα και πραγματοποιεί βασικές λειτουργίες αποκατάστασης. Παράλληλα, η κακή ποιότητα ύπνου έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια με καρδιαγγειακά προβλήματα, κατάθλιψη και αυξημένη θνησιμότητα.
Ωστόσο, λίγες μελέτες είχαν εξετάσει μέχρι σήμερα πώς ο ύπνος επηρεάζει όχι μόνο το πόσο ζούμε, αλλά και το πόσα από αυτά τα χρόνια τα περνάμε με καθαρή σκέψη και μνήμη. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν την έννοια του «γνωστικού προσδόκιμου ζωής», δηλαδή τον εκτιμώμενο αριθμό ετών που ένα άτομο ζει με φυσιολογική ή μειωμένη νοητική λειτουργία, ανάλογα με την ποιότητα του ύπνου του.
Για να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, ανέλυσαν στοιχεία από μεγάλη, μακροχρόνια έρευνα που παρακολουθεί Αμερικανούς άνω των 50 ετών. Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν περισσότεροι από 20.000 άνθρωποι ηλικίας άνω των 65 ετών, με δεδομένα που καλύπτουν σχεδόν δύο δεκαετίες. Οι συμμετέχοντες κατέγραφαν τη συχνότητα προβλημάτων όπως δυσκολία να κοιμηθούν, νυχτερινές αφυπνίσεις, πρόωρο ξύπνημα ή αίσθηση μη ξεκούραστου ύπνου.
Με βάση αυτές τις απαντήσεις, οι ερευνητές χώρισαν τους συμμετέχοντες σε τρεις κατηγορίες: σε όσους είχαν σπάνια ή ποτέ προβλήματα, όσους είχαν ήπια προβλήματα και όσους υπέφεραν από σοβαρές διαταραχές ύπνου. Παράλληλα, κάθε δύο χρόνια αξιολογούσαν τη γνωστική τους κατάσταση, κατατάσσοντάς τους σε φυσιολογική λειτουργία, ήπια γνωστική διαταραχή ή άνοια.
Διαφορετικές συνέπειες για άνδρες και γυναίκες
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα προβλήματα ύπνου είναι εξαιρετικά συχνά στην τρίτη ηλικία, με πάνω από έξι στους δέκα άνδρες και γυναίκες να αναφέρουν τουλάχιστον ήπια συμπτώματα. Οι γυναίκες δήλωναν συχνότερα δυσκολίες στον ύπνο, όμως οι συνέπειες φαίνεται πως ήταν βαρύτερες για τους άνδρες. Ένας άνδρας 65 ετών με σοβαρά προβλήματα ύπνου είχε, κατά μέσο όρο, περίπου δυόμισι χρόνια μικρότερο προσδόκιμο ζωής σε σχέση με συνομήλικό του χωρίς τέτοια προβλήματα.
Η απώλεια δεν αφορούσε μόνο τα συνολικά χρόνια ζωής, αλλά κυρίως τα χρόνια με καλή εγκεφαλική λειτουργία. Οι άνδρες με σοβαρές διαταραχές ύπνου περνούσαν αναλογικά μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους με γνωστική έκπτωση ή άνοια. Στις γυναίκες, η εικόνα ήταν πιο σύνθετη: οι σοβαρές διαταραχές συνδέονταν επίσης με μικρότερο προσδόκιμο ζωής, αλλά τα ήπια προβλήματα δεν φάνηκαν να έχουν αρνητική επίδραση, γεγονός που υποδηλώνει ότι μπορεί να υπάρχει διαφορετικό «κατώφλι» κινδύνου ανά φύλο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η ανάλυση σε άτομα που ήδη παρουσίαζαν ήπια γνωστική έκπτωση. Στους άνδρες αυτής της ομάδας, ο κακός ύπνος συνδέθηκε με ταχύτερη μείωση του προσδόκιμου ζωής, δείχνοντας ότι η ποιότητα του ύπνου παραμένει σημαντική ακόμη και μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων. Σε γυναίκες με άνοια, ωστόσο, τα αποτελέσματα ήταν αντιφατικά, πιθανώς λόγω δυσκολιών στην ακριβή καταγραφή των συμπτωμάτων από τρίτους φροντιστές.
Ένας παράγοντας κινδύνου που μπορεί να αλλάξει
Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη βασίστηκε σε αυτοαναφορές και δεν μπορεί να αποδείξει αιτιακή σχέση. Είναι πιθανό ο κακός ύπνος να αποτελεί πρώιμο σύμπτωμα νευροεκφυλιστικών αλλαγών και όχι την αιτία τους. Παρ’ όλα αυτά, τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι ο ύπνος είναι ένας παράγοντας που μπορεί να βελτιωθεί και να παίξει ρόλο στη διατήρηση της εγκεφαλικής υγείας όσο μεγαλώνουμε.