Ο πρίγκιπας Χάρι δάκρυσε στο δικαστήριο: Κάνατε τη ζωή της Μέγκαν μαρτύριο
Η κατάθεση του Δούκα του Σάσσεξ διήρκησε περίπου δυο ώρες κατά την οποία αναφέρθηκε και στη μητέρα του Νταϊάνα.
Το μαρτύριο που βίωσαν εκείνος και η σύζυγός του από τους παπαράτσι κατέθεσε την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου ο πρίγκιπας Χάρι στη δίκη κατά της εκδοτικής εταιρείας Associated Newspapers Limited (ANL), στην οποία ανήκει και η Daily Mail.
Ο δεύτερος γιος του βασιλιά Καρόλου εμφανίστηκε στο δικαστικό Μέγαρο του Λονδίνου προκειμένου να παρουσιάσει τη δική του θέση αναφορικά με την παράνομη συλλογή πληροφοριών μεταξύ 1993 και 2011 από την ANL. Στο δικαστήριο παρόντες ήταν επίσης και οι: Βαρώνη Ντορίν Λόρενς, Σερ Σάιμον Χιουζ, Σάντι Φροστ, Λιζ Χάρλεϊ, Έλτον Τζον με τον σύζυγό του Ντέιβιντ Φέρνις οι οποίοι έχουν καταθέσει με τη σειρά τους μήνυση.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασής του, ο Βρετανός γαλαζοαίματος λύγισε επιτιθέμενος στον συνήγορο της ANL λέγοντας «Μετατρέψατε τη ζωή της Μέγκαν σε ένα μαρτύριο».
Μεταξύ άλλων, ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου ότι «η ιδέα ότι δεν έχω δικαίωμα στην ιδιωτικότητα είναι αποκρουστική. Είναι θεμελιώδες λάθος να μας βάλουν ξανά σε αυτή την κατάσταση, ενώ το μόνο που θέλαμε ήταν μια συγγνώμη αλλά και να λογοδοτήσουν. Ποτέ δεν πίστευα ότι η ζωή μου θα γινόταν προϊόν εμπορευματοποίησης από αυτούς τους ανθρώπους. Συνεχίζουν να με κυνηγούν, έχουν κάνει τη ζωή της γυναίκας μου μια απόλυτη δυστυχία, Κύριε», είπε με τρεμάμενη φωνή προς τον δικαστή.
Η αναφορά στη Νταϊάνα
Υπενθυμίζεται ότι, η Μέγκαν Μαρκλ είχε μηνύσει το ANL και κέρδισε τη δίκη το 2021, αφότου η εφημερίδα The Mail on Sunday δημοσίευσε τμήματα μιας «προσωπικής και ιδιωτικής» επιστολής προς τον πατέρα της, Τόμας Μαρκλ.
Σύμφωνα με το Sky News, στη γραπτή κατάθεση του Χάρι, η οποία δημοσιεύθηκε την Τρίτη, ο ίδιος αναφέρθηκε στην «ανήσυχη σχέση» που είχε με τον Τύπο από τον θάνατο της μητέρας του, Νταϊάνα, όταν ήταν μόλις 12 ετών.
Είπε ότι όταν η σχέση του με τη Μέγκαν έγινε δημόσια το 2016, άρχισε να «ανησυχεί ολοένα και περισσότερο για την προσέγγιση της μη ανάληψης δράσης κατά του Τύπου» μετά από «κακόβουλες, επίμονες επιθέσεις, παρενόχληση και παρεμβατικά, μερικές φορές ρατσιστικά άρθρα».