Οι καταχρήσεις στα είκοσι καταστρέφουν τη μνήμη στα πενήντα- Τι πρέπει να αποφύγεις
Μελέτη σε 16.000 άτομα δείχνει ότι οι καταχρήσεις στα 20 μπορεί να επηρεάζουν τη μνήμη δεκαετίες μετά.
Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, το συχνό κάπνισμα και η έντονη χρήση κάνναβης σε νεαρή ηλικία μπορεί να αφήνουν αποτύπωμα που φαίνεται πολλά χρόνια αργότερα. Νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι όσοι έκαναν βαριά χρήση ουσιών στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης εμφανίζουν αυξημένες πιθανότητες να αναφέρουν προβλήματα μνήμης όταν φτάσουν στα 50 ή τα 60 τους. Το εύρημα ενισχύει την άποψη ότι οι συνήθειες της δεκαετίας των 20 δεν επηρεάζουν μόνο το παρόν, αλλά και τη μελλοντική υγεία του εγκεφάλου.
Η μνήμη αλλάζει φυσιολογικά με την ηλικία, όμως σε ορισμένους ανθρώπους η έκπτωση είναι πιο έντονη και μπορεί να αποτελεί πρώιμο σημάδι σοβαρότερων καταστάσεων, π.χ. άνοιας. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες αναζητούν παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο δεκαετίες πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα. Αν εντοπιστούν έγκαιρα, τότε υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο πρόληψης μέσα από αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Πώς παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες για δεκαετίες
Η νέα έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Aging and Health και βασίστηκε σε στοιχεία περισσότερων από 16.000 ανθρώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι συμμετέχοντες είχαν καταγραφεί αρχικά ως τελειόφοιτοι λυκείου και στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν για πολλά χρόνια, από τη νεότητα έως τη μέση και ώριμη ηλικία. Οι ερευνητές εξέτασαν πόσο συχνά έπιναν, κάπνιζαν ή χρησιμοποιούσαν κάνναβη από τα 18 έως τα 30 έτη.
Για να ορίσουν τη «βαριά χρήση», οι επιστήμονες έθεσαν συγκεκριμένα κριτήρια. Για αλκοόλ και κάνναβη θεωρήθηκε υψηλή χρήση η κατανάλωση σε 20 ή περισσότερες περιστάσεις μέσα σε έναν μήνα. Για τα τσιγάρα, βαριά χρήση θεωρήθηκε το καθημερινό κάπνισμα. Παράλληλα μελέτησαν και τα επεισόδια υπερκατανάλωσης αλκοόλ, δηλαδή πέντε ή περισσότερα ποτά συνεχόμενα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Όταν οι συμμετέχοντες έφτασαν περίπου στα 35, απάντησαν σε νέες ερωτήσεις σχετικά με το αν η χρήση ουσιών είχε αρχίσει να δημιουργεί προβλήματα στην προσωπική, κοινωνική ή σωματική τους ζωή. Έτσι οι ερευνητές προσπάθησαν να εντοπίσουν σημάδια εξάρτησης ή προβληματικής χρήσης στη μέση ενήλικη ζωή. Αργότερα, στις ηλικίες 50 έως 65 ετών, οι ίδιοι άνθρωποι κλήθηκαν να αξιολογήσουν τη μνήμη τους, από «εξαιρετική» έως «κακή».
Τι έδειξαν τα στοιχεία για αλκοόλ, κάνναβη και τσιγάρο
Το βασικό συμπέρασμα ήταν σαφές: όσο περισσότερες περίοδοι έντονης χρήσης είχαν καταγραφεί στα νεανικά χρόνια, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα να δηλωθεί αδύναμη μνήμη αργότερα. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο κάθε ουσία σχετίζεται με το αποτέλεσμα δεν ήταν ίδιος. Άλλες φαίνεται να δρουν έμμεσα, μέσω της εξάρτησης που συνεχίζεται στη μέση ηλικία, και άλλες πιο άμεσα.
Στην περίπτωση της κάνναβης και της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, διαπιστώθηκε ότι μεγάλο μέρος του κινδύνου περνά μέσα από τη συνέχιση της προβληματικής χρήσης στα 35. Με απλά λόγια, όσοι έκαναν έντονη χρήση στα 20 τους είχαν περισσότερες πιθανότητες να συνεχίσουν σε επιβλαβή μοτίβα αργότερα, και αυτό συνδεόταν με χειρότερη μνήμη στα επόμενα χρόνια.
Το αλκοόλ, πάντως, εμφάνισε και μια δεύτερη διάσταση. Εκτός από τη σχέση με τη μετέπειτα εξάρτηση, η βαριά κατανάλωση στη νεότητα φάνηκε να συνδέεται και άμεσα με προβλήματα μνήμης δεκαετίες αργότερα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συχνή έκθεση σε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ σε μια περίοδο όπου ο εγκέφαλος ακόμη ωριμάζει ίσως προκαλεί αλλαγές που παραμένουν στον χρόνο.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η εικόνα για το κάπνισμα. Το καθημερινό τσιγάρο στα νεανικά χρόνια συνδέθηκε άμεσα με χαμηλότερες επιδόσεις μνήμης στη μετέπειτα ζωή, ακόμη κι αν ο άνθρωπος είχε αλλάξει συνήθειες αργότερα. Αυτό δείχνει ότι η πρώιμη και παρατεταμένη έκθεση στη νικοτίνη ενδέχεται να έχει μακροχρόνιες συνέπειες για τον εγκέφαλο.
Γιατί η πρόληψη πρέπει να ξεκινά νωρίς
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η μελέτη έχει περιορισμούς. Η αξιολόγηση της μνήμης βασίστηκε στο πώς αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες τη λειτουργία τους και όχι σε κλινικές νευροψυχολογικές εξετάσεις. Επίσης, δεν μπορούν να αποκλειστούν άλλοι παράγοντες, όπως η διατροφή, η άσκηση ή το μορφωτικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: οι επιλογές των πρώτων ενηλίκων χρόνων μπορεί να επηρεάζουν την πνευματική υγεία για δεκαετίες.