Ποια είναι η τενίστρια Οσεάν Ντοντέν που έκανε αυξητική στήθους και «γονατίζει» τα social media
Μια ασυνήθιστη και πρωτοφανή -για το τένις γυναικών– απόφαση πήρε η Γαλλίδα τενίστρια Οσεάν Ντοντέν.
Η Οσεάν Ντοντέν βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της επικαιρότητας, αυτή τη φορά όχι για αγωνιστικούς λόγους. Η 27χρονη Γαλλίδα τενίστρια ανακοίνωσε τη σύναψη χορηγικής συμφωνίας με πλατφόρμα ενηλίκων, μέσω της οποίας θα προσφέρει αποκλειστικό περιεχόμενο στους συνδρομητές της.
Η επιλογή της αποτελεί πρωτιά στην ιστορία της WTA, καθώς μέχρι σήμερα καμία ενεργή επαγγελματίας τενίστρια δεν είχε προχωρήσει σε αντίστοιχη συνεργασία. Η ίδια, ωστόσο, ξεκαθάρισε εξαρχής ότι το περιεχόμενο δεν θα είναι άσεμνο, αλλά θα κινείται σε ένα πλαίσιο αισθησιακής εικόνας, συνδυάζοντας το τένις με τη μόδα και την προσωπική της αισθητική.
Με περισσότερους από 94.000 ακόλουθους στα κοινωνικά δίκτυα, η Ντοντέν εξήγησε ότι η απόφαση αυτή ήταν αποτέλεσμα ανάγκης. Οι συνεχείς τραυματισμοί και τα προβλήματα υγείας τα τελευταία χρόνια επιβάρυναν σημαντικά την πορεία της, δημιουργώντας οικονομικές δυσκολίες που έθεσαν σε κίνδυνο τη συνέχιση της επαγγελματικής της παρουσίας στα courts.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Γαλλίδα μιλά ανοιχτά για προσωπικά ζητήματα. Στο παρελθόν είχε αναφερθεί δημόσια στην αισθητική επέμβαση αυξητικής στήθους, υπογραμμίζοντας ότι δεν έχει λόγο να απολογείται για επιλογές που αφορούν το σώμα και τη ζωή της, επιλέγοντας τη διαφάνεια απέναντι στο κοινό που τη στηρίζει.
Αγωνιστικά, η Ντοντέν βρίσκεται σήμερα στο Νο312 της παγκόσμιας κατάταξης της WTA, έχοντας φτάσει στο παρελθόν έως το Νο116. Κάποτε θεωρήθηκε ανερχόμενο όνομα του γαλλικού τένις, ωστόσο οι τραυματισμοί δεν της επέτρεψαν να φτάσει το ταβάνι των δυνατοτήτων της.
Όπως η ίδια τόνισε, τα χρήματα από τη συγκεκριμένη χορηγία είναι καθοριστικά για την κάλυψη εξόδων όπως τα ταξίδια και η συμμετοχή σε τουρνουά, δίνοντάς της τη δυνατότητα να παραμείνει ενεργή στο επαγγελματικό τένις.
Το πώς θα αντιμετωπίσει η WTA αυτή τη νέα πραγματικότητα μένει να φανεί. Για την Οσεάν Ντοντέν, πάντως, το μήνυμα είναι σαφές: πρόκειται για μια επιλογή επιβίωσης και όχι για μια επικοινωνιακή πρόκληση.