Σμαράγδα Παπαστυλιανού: Πέθανε η τελευταία κάτοικος του «Μυστρά του Αιγαίου» που έζησε όπως ήθελε
Πέθανε η Σμαράγδα Παπαστυλιανού, η τελευταία μόνιμη κάτοικος του Αναβάτου στη Χίο. Η ζωή της στον «Μυστρά του Αιγαίου» με τζαζ, βινύλια και σιωπή.
Μια γυναίκα μόνη σε ένα μεσαιωνικό χωριό. Γύρω της πέτρα, μνήμη, σιωπή, σκυλιά, λουλούδια και χιλιάδες δίσκοι. Η Σμαράγδα Παπαστυλιανού, η τελευταία μόνιμη κάτοικος του Αναβάτου στη Χίο, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών, κλείνοντας μαζί της ένα από τα πιο ιδιαίτερα κεφάλαια του ιστορικού οικισμού που συχνά αποκαλείται «Μυστράς του Αιγαίου».
Η κυρά Σμαράγδα, όπως τη γνώριζαν στη Χίο, άφησε την τελευταία της πνοή στο Σκυλίτσειο Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα. Η εξόδιος ακολουθία της θα τελεστεί την Παρασκευή 11 Ιουνίου 2026, στις 17:00, στον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών στον Ανάβατο. Όπως είχε ζητήσει, θα ταφεί εκεί. Στον τόπο που διάλεξε για σπίτι της από βαθιά, πεισματική αγάπη.
Η γυναίκα που γύρισε στον τόπο της
Η Σμαράγδα Παπαστυλιανού είχε ζήσει για χρόνια στον Πειραιά και είχε εργαστεί με επιτυχία ως διακοσμήτρια. Δεν ήταν μια γυναίκα που δεν γνώρισε τον κόσμο έξω από τον Ανάβατο. Αντίθετα, είχε ταξιδέψει, είχε ζήσει στην πόλη, είχε δουλέψει, είχε εικόνες, εμπειρίες και μνήμες από μια ζωή πολύ διαφορετική από εκείνη που τελικά επέλεξε.
Πριν από περίπου 35 χρόνια πήρε την απόφαση να επιστρέψει στο χωριό του πατέρα της. Για μόνιμη εγκατάσταση. Στον Ανάβατο, έναν σχεδόν ερειπωμένο μεσαιωνικό οικισμό της κεντρικής Χίου, στην κορυφή ενός απόκρημνου λόφου, εκεί όπου η πέτρα μοιάζει να κρατά ακόμη την ανάσα των ανθρώπων που πέρασαν από εκεί.
Για τους περισσότερους, ένας τέτοιος τόπος θα ήταν εντυπωσιακός μόνο για μια επίσκεψη. Για τη Σμαράγδα, ήταν το σπίτι της.
«Πού αλλού να πάω; Εδώ είναι το σπίτι μου», είχε πει κάποτε, όταν τη ρωτούσαν γιατί επέμενε να μένει μόνη σε ένα χωριό που όλοι οι άλλοι είχαν εγκαταλείψει.
Τζαζ, βινύλια και μια ζωή χωρίς φασαρία
Η καθημερινότητά της είχε κάτι σχεδόν κινηματογραφικό. Ζούσε μοναχικά, αλλά όχι μόνη. Είχε μαζί της τους σκύλους της, τα λουλούδια της, τα ζώα της και μια τεράστια μουσική συλλογή: περίπου 3.000 δίσκους βινυλίου και σχεδόν 4.000 CD.
Άκουγε τζαζ, αλλά όχι μόνο. Της άρεσαν και άλλα μουσικά είδη, από φολκλορικές μουσικές μέχρι ήχους από πιο μακρινούς κόσμους. Η μουσική ήταν η παρέα της όταν έπεφτε το βράδυ πάνω στον Ανάβατο και το χωριό βυθιζόταν στη σιωπή.
Στην πόλη της Χίου κατέβαινε σπάνια, περίπου μία φορά τον μήνα, μόνο για τα απαραίτητα ψώνια. Δεν έμοιαζε να της λείπουν πολλά. Ή μάλλον, είχε αποφασίσει πολύ καθαρά τι της ήταν αρκετό.
Τη μοναξιά της δεν την περιέγραφε σαν βάρος. Την αντιμετώπιζε με εκείνο το απλό, σχεδόν αφοπλιστικό χιούμορ των ανθρώπων που έχουν συμφιλιωθεί με τις επιλογές τους. «Δεν βλέπεις και πολλούς ανθρώπους, οπότε μιλάς και σου μιλάνε λιγότερο. Κι όλα καλά…», έλεγε.
Ο ιστορικός Ανάβατος
Ο Ανάβατος δεν είναι ένα οποιοδήποτε χωριό. Είναι ένας από τους πιο ατμοσφαιρικούς και φορτισμένους ιστορικά οικισμούς της Χίου. Χτισμένος σε βραχώδη, δυσπρόσιτη θέση, σε ύψος περίπου 450 μέτρων, κουβαλά στο ανάγλυφό του την ανάγκη άμυνας, απομόνωσης και επιβίωσης.
Η φυσική του οχύρωση, τα φαράγγια που τον περιβάλλουν και η μοναδική πρόσβαση από τη βόρεια πλευρά εξηγούν γιατί συνδέθηκε τόσο έντονα με την ιστορία του νησιού. Ο Ανάβατος είναι τόπος μνήμης, συνδεδεμένος με τη Σφαγή της Χίου το 1822, αλλά και με τη σταδιακή ερήμωση που ακολούθησε τα επόμενα ιστορικά τραύματα, ανάμεσά τους και ο μεγάλος σεισμός του 1881.
Σε αυτό το σκηνικό, η παρουσία της Σμαράγδας είχε αποκτήσει σχεδόν συμβολική διάσταση. Δεν ήταν απλώς η τελευταία κάτοικος. Ήταν η απόδειξη ότι ένας τόπος δεν τελειώνει όσο υπάρχει ακόμη κάποιος που ανάβει φως, ποτίζει λουλούδια, ανοίγει την πόρτα, φροντίζει μια εκκλησία, απαντά στους επισκέπτες, επιμένει.
Η Σμαράγδα που έγινε το πρόσωπο του Αναβάτου
Όσοι περνούσαν από τον Ανάβατο δεν συναντούσαν μόνο πέτρες και ερείπια. Συχνά συναντούσαν εκείνη. Μια γυναίκα ευγενική, με χιούμορ, με ισχυρή προσωπικότητα και με έναν τρόπο να υπερασπίζεται το χωριό της χωρίς πολλά λόγια.
Δεν της άρεσε να μιλούν αρνητικά για τον Ανάβατο. Για εκείνη δεν ήταν ένας εγκαταλελειμμένος τόπος. Ήταν ένας ζωντανός τόπος, επειδή εκείνη τον κατοικούσε και τον φρόντιζε.
Το 2021, κατά την επίσκεψή της στη Χίο, η τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου ζήτησε να τη συναντήσει, όταν ενημερώθηκε ότι η μεσαιωνική καστροπολιτεία είχε μόλις μία μόνιμη κάτοικο. Οι δυο τους συνομίλησαν για την καθημερινότητά της και για την απόφασή της να αφήσει την Αθήνα και να εγκατασταθεί μόνιμα στον Ανάβατο, όπως περιέγραψε ο politischios.
Ήταν μια συνάντηση που έδειχνε πως η ιστορία της Σμαράγδας είχε ξεπεράσει τα όρια της Χίου και είχε γίνει ένα μικρό ελληνικό σύμβολο ελευθερίας, μοναχικότητας και επιστροφής στις ρίζες.
Πολίτης του κόσμου
Η ίδια δεν έμοιαζε με άνθρωπο που έμεινε πίσω επειδή δεν μπορούσε να φύγει. Έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο που γύρισε επειδή είχε ήδη ταξιδέψει αρκετά.
Σε παλιότερη συνέντευξή της είχε περιγράψει τον εαυτό της ως «πολίτη του κόσμου», μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε να «καταλαγιάσει». Είχε ταξιδέψει στη Γαλλία, στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Κάποια στιγμή, όμως, ο τόπος των παιδικών της αναμνήσεων την ξανατράβηξε πίσω.
Όταν ήταν μικρή, οι δικοί της την έφερναν στον Ανάβατο. Κάθε φορά που έφευγαν, εκείνη δεν ήθελε να φύγει. Έκλαιγε, όπως είχε πει. Ήθελε να μείνει. Και τελικά, μετά από χρόνια, το έκανε.
Η Σμαράγδα Παπαστυλιανού δεν έζησε στον Ανάβατο επειδή δεν είχε άλλη επιλογή. Έζησε εκεί επειδή κάποτε, παιδί ακόμη, είχε αγαπήσει τόσο πολύ αυτόν τον τόπο ώστε κάποια μέρα γύρισε και του αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της.
Το τέλος
Με τον θάνατό της, ο Ανάβατος χάνει κάτι περισσότερο από την τελευταία του μόνιμη κάτοικο. Χάνει τη φωνή που συνέδεε το ερειπωμένο παρελθόν με το παρόν. Τη γυναίκα που έκανε ένα ιστορικό τοπίο να μοιάζει κατοικημένο όχι μόνο από μνήμες, αλλά και από καθημερινότητα.
Η κυρά Σμαράγδα έζησε όπως ήθελε. Με τους δίσκους της, τα ζώα της, τα λουλούδια της, τις σιωπές της και τις μικρές διαδρομές της μέχρι την πόλη. Σε μια εποχή που η μοναξιά συχνά περιγράφεται σαν φόβος, εκείνη την έκανε επιλογή. Και σε μια εποχή που οι περισσότεροι φεύγουν από τους μικρούς τόπους, εκείνη γύρισε.
Τώρα θα μείνει εκεί, όπως ζήτησε. Στον Ανάβατο. Στο χωριό του πατέρα της. Στον «Μυστρά του Αιγαίου» που για 35 χρόνια είχε τη δική του Σμαράγδα.