Καταιγιστικές είναι οι αποκαλύψεις από τα αρχεία του Τζέφρι Έπσταϊν που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, τα οποία ρίχνουν περισσότερο φως όχι μόνο στις αποτρόπαιες πράξεις του καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα επιχειρηματία, αλλά και στο τεράστιο δίκτυο γνωριμιών που είχε και που ξεπερνούσε κατά πολύ τα σύνορα των ΗΠΑ.
Για έναν άνθρωπο με «τεράστια δύναμη και επιρροή» και «εντυπωσιακό πλούτο», κάνουν λόγο τα ρεπορτάζ των διεθνών μέσων ενημέρωσης όλο το τελευταίο διάστημα, όσον αφορά τον επιχειρηματία που πέθανε στη φυλακή το 2019 -με επίσημη αιτία θανάτου την αυτοκτονία. Μία δύναμη, οικονομική αλλά και πολιτική, που επέτρεψε στον Τζέφρι Έπσταϊν να συντηρεί επί πολλά χρόνια ένα δίκτυο εκμετάλλευσης ανήλικων κοριτσιών, τα οποία κακοποιούσε σεξουαλικά είτε ο ίδιος είτε οι «φίλοι» του.
Πώς όμως χτίστηκε αυτός ο πλούτος και η δύναμη; Ποιο ήταν το επάγγελμα του Τζέφρι Έπσταϊν και ποια ήταν η διαδρομή που τον καθιέρωσε ως ένα από τα πιο επιφανή πρόσωπα της αμερικανικής οικονομικής ελίτ, μέχρι και τη δεκαετία του 2000;
Ο Έπσταϊν δεν έκανε ένα «παραδοσιακό» επάγγελμα από αυτά με τα οποία συνδέονται οι πλούσιοι. Δεν ήταν κατασκευαστής, πλοιοκτήτης, ιδιοκτήτης κάποιας μεγάλης εταιρείας πληροφορικής ή παροχής υπηρεσιών (όπως η Microsoft, η Amazon ή η Tesla).
Σύμφωνα με το επίσημο βιογραφικό του, ο Τζέφρι Έπσταϊν ήταν χρηματοοικονομικός σύμβουλος και διαχειριστής περιουσίας (financier/money manager). Εμφανιζόταν δηλαδή να κερδίζει τα χρήματά του, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση της περιουσίας άλλων, πολύ πλούσιων ανθρώπων.
Αποτελούσε έναν ιδιωτικό χρηματοοικονομικό διαμεσολαβητή υψηλού επιπέδου, του οποίου η επαγγελματική δραστηριότητα ήταν σε μεγάλο βαθμό αδιαφανής. Παράλληλα, από ένα σημείο και μετά εμφανιζόταν και ως «επενδυτής».
Σε δημόσιο επίπεδο, ωστόσο, ο κόσμος γνώριζε κυρίως ότι επρόκειτο για έναν πλούσιο και ισχυρό άνθρωπο και λιγότερο τι ακριβώς κατείχε και ποια ήταν η δραστηριότητά του.
Από καθηγητής σχολείου στη Wall Street
Ο Τζέφρι Έντουαρντ Έπσταϊν γεννήθηκε το 1953 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και μεγάλωσε στη συνοικία Κόνι Άιλαντ, σε μια σχετικά απλή μεσοαστική οικογένεια εβραϊκής καταγωγής.
Σπούδασε Μαθηματικά και Φυσική σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο στη Νέα Υόρκη, ωστόσο δεν αποφοίτησε ποτέ, γεγονός που θα τον ακολουθούσε αργότερα καθώς θα ανέβαινε τα «σκαλιά» χωρίς συγκεκριμένα ακαδημαϊκά διαπιστευτήρια.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, χωρίς πτυχίο αλλά με συστάσεις, προσλήφθηκε ως καθηγητής Μαθηματικών και Φυσικής στο ιδιωτικό σχολείο Dalton School στο Μανχάταν. Το σχολείο αυτό εξυπηρετούσε παιδιά πολύ εύπορων οικογενειών και εκεί ο Έπσταϊν φέρεται να άρχιζε να αποκτά τις πρώτες επαφές με τον κόσμο των οικονομικά ισχυρών.
Όπως αναφέρει το BBC, λέγεται ότι ο πατέρας ενός από τους μαθητές του εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ με τις ικανότητές του, που έφερε τον Έπσταϊν σε επαφή με ένα ανώτερο στέλεχος στην επενδυτική τράπεζα Bear Stearns στη Wall Street.
Ξεκίνησε να εργάζεται εκεί περίπου το 1976 και σημείωσε τεράστια επιτυχία. Ανέβηκε σχετικά γρήγορα στην ιεραρχία, με βασικό αντικείμενο τη διαχείριση χαρτοφυλακίων εύπορων πελατών, σύνθετες φορολογικές στρατηγικές (πώς να κερδίζεις περισσότερα με το λιγότερο δυνατό φορολογικό βάρος), χρηματοοικονομικές υπηρεσίες για άτομα με πολύ μεγάλη περιουσία.
Σταδιακά απέκτησε τη φήμη ανθρώπου που μπορούσε να χειρίζεται «δύσκολες» οικονομικές υποθέσεις για πλούσιους πελάτες, διαδικασίες που κινούνταν συνήθως σε πολύ ιδιωτικό πλαίσιο. Από υπάλληλος της Bear Stearns έγινε εταίρος μέσα σε τέσσερα χρόνια (συμμετείχε στην ιδιοκτησία και τα κέρδη της εταιρείας).
Η «μοναχική» πορεία
Το 1981 ο Τζέφρι Έπσταϊν αποχώρησε από την Bear Stearns, υπό συνθήκες που παραμένουν κάπως ασαφείς. Πάντως την επόμενη χρονιά, ιδρύει τη δική του εταιρεία, J. Epstein & Co.
Η εταιρεία αυτή δεν λειτουργούσε όπως ένα συνηθισμένο επενδυτικό fund. Ο Έπσταϊν ισχυριζόταν ότι δεχόταν μόνο εξαιρετικά πλούσιους πελάτες (μερικές φορές ανέφερε ως κατώτατο όριο περιουσία άνω του 1 δισ. δολαρίων), προσέφερε εξατομικευμένη διαχείριση περιουσίας, φορολογικό σχεδιασμό και διαμόρφωση διεθνών χρηματοοικονομικών δομών, ενώ λειτουργούσε περισσότερο ως ιδιωτικός σύμβουλος «κλειστού κύκλου» παρά ως δημόσιος διαχειριστής επενδύσεων.
Στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο Έπσταϊν γνωρίζει έναν άνθρωπο που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του.
Επρόκειτο για τον δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία Λέσλι Γουέξνερ. Ο Γουέξνερ ήταν ιδιοκτήτης της Limited Brands, ενός αμερικανικού κολοσσού λιανεμπορίου ένδυσης και προϊόντων προσωπικής φροντίδας, που «στέγαζε» πασίγνωστα brands όπως τη Victoria’s Secret.
Ο Έπσταϊν έγινε βασικός οικονομικός διαχειριστής του Γουέξνερ, απέσπασε ευρεία εξουσιοδότηση στη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων και εξελίχθηκε σε διαμεσολαβητή σε αγορές ακινήτων και άλλες οικονομικές συναλλαγές.
Αυτή η σχέση τον έφερε απότομα στο προσκήνιο της αμερικανικής οικονομικής ελίτ και συνέβαλε στη δημιουργία της εικόνας του ως «μυστηριώδους αλλά αποτελεσματικού» διαχειριστή της περιουσίας ζάμπλουτων ανθρώπων.
Έτσι, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο Έπσταϊν είχε εγκατασταθεί στο Μανχάταν, κινούταν σε κύκλους υψηλής κοινωνίας και ανέπτυσσε διεθνείς επαφές με επιχειρηματίες, τραπεζίτες και πολιτικά πρόσωπα.
Το 1991, ο Έπσταϊν αποκτά το γενικό πληρεξούσιο της περιουσίας του Γουέξνερ. Αυτό του επέτρεψε να διαχειρίζεται τα πάντα, από τις επιχειρήσεις του (όπως τη Victoria’s Secret) μέχρι την προσωπική περιουσία του Γουέξνερ.
Παράλληλα, ο Έπσταϊν σταδιακά αγοράζει μια σειρά από ακίνητα, στο Μανχάταν, στη Φλόριντα, στο Παρίσι και στις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους όπου αποκτά το Little St. James Island. Το νησί αυτό φιλοξένησε πολυτελείς κατοικίες και εγκαταστάσεις αναψυχής, αλλά παράλληλα έγινε και ο τόπος του εφιάλτη για τα θύματα του Έπσταϊν -ή ένας από αυτούς τους τόπους.
Το εξωτικό νησί και οι φοροαπαλλαγές
Το νησί αυτό στην Καραϊβική γίνεται έδρα και κύρια κατοικία του Τζέφρι Έπσταϊν.
Όπως αναφέρει το περιοδικό Forbes, ο Έπσταϊν κατάφερε να συσσωρεύσει τον πλούτο του σχεδόν αφορολόγητα χάρη στις γενναιόδωρες φορολογικές ελαφρύνσεις στις Παρθένες Νήσους. Εκεί έγινε κάτοικος το 1996 και το 1998 ίδρυσε μια εταιρεία χρηματοοικονομικών συμβούλων με την επωνυμία Financial Trust Company. Την ίδια χρονιά δαπάνησε σχεδόν 8 εκατομμύρια δολάρια για να αγοράσει το Little St. James Island.
Δικαστικά έγγραφα, που τέθηκαν υπόψη του Forbes, δείχνουν ότι μεταξύ αυτής της εταιρείας και της Southern Trust Company, την οποία ίδρυσε το 2011 και η οποία έγινε κύρια επιχείρησή του το επόμενο έτος, ο Έπσταϊν έλαβε οφέλη στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής, που του εξοικονόμησαν 300 εκατομμύρια δολάρια σε φόρους μεταξύ 1999 και 2018. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Έπσταϊν κέρδισε τουλάχιστον 360 εκατομμύρια δολάρια σε μερίσματα από τις εταιρείες του.
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε στενά με τη Βρετανίδα Γκίσλεϊν Μάξγουελ, η οποία -πέρα από συνεργός του στα σεξουαλικά εγκλήματα- τον βοήθησε να διευρύνει το δίκτυο των επαφών του με προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Πάντως το σκηνικό της «μυστικότητας» παρέμενε. Παρά τη δημόσια εικόνα επιτυχημένου χρηματοοικονομικού συμβούλου και την εμφάνισή του στα lifestlyle ρεπορτάζ, ο Έπσταϊν συνέχιζε να κινείται αυστηρά ιδιωτικά σε σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα. Δεν δημοσίευε στοιχεία επενδυτικής απόδοσης και λειτουργούσε περισσότερο ως «διαχειριστής σχέσεων και περιουσίας» παρά ως παραδοσιακός επενδυτής.
Η διατήρηση της αυτοκρατορίας
Η πρώτη ποινική έρευνα σε βάρος του Έπσταϊν ξεκίνησε το 2005 στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα, ύστερα από καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων. Η υπόθεση κατέληξε σε μια συμφωνία ενοχής με τις εισαγγελικές Αρχές της Φλόριντα (θεωρήθηκε σκανδαλωδώς υπέρ του), κατά την οποία ο Έπσταϊν δήλωσε ένοχος σε κατηγορίες σχετικές με προαγωγή ανηλίκου σε πορνεία, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών (εξέτισε περίπου 13 μήνες), ενώ του επιτράπηκε καθεστώς «work release», δηλαδή να βγαίνει από τη φυλακή για εργασία.
Ακόμα και κατά τη διάρκεια αυτής της υπόθεσης, η επαγγελματική του δραστηριότητα φαίνεται ότι, σε γενικές γραμμές, συνεχίστηκε κανονικά όπως και η οικονομική του ευρωστία.
Μετά την αποφυλάκισή του, ο Έπσταϊν επέστρεψε στη διαχείριση της περιουσίας του και στην παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και συμβουλών, διατήρησε σημαντικές σχέσεις με τραπεζικά ιδρύματα, μεταξύ άλλων με την JPMorgan Chase, ενώ συνέχισε να ζει μεταξύ Νέας Υόρκης και Καραϊβικής.
Σύμφωνα με το Forbes, ο Λίον Μπλακ -ίσως ο δεύτερος εξίσου σημαντικός με τον Γουέξνερ, πελάτης του Έπσταϊν- ο οποίος είχε ιδρύσει την εταιρεία ιδιωτικών κεφαλαίων Apollo Global Management, πλήρωσε στον Έπσταϊν 170 εκατομμύρια δολάρια μεταξύ 2012 και 2017.
Υπήρχαν όμως και άλλοι σημαντικοί και «προσοδοφόροι» πελάτες. Η κληρονόμος της Johnson & Johnson, Ελίζαμπεθ Τζόνσον (η οποία πέθανε το 2017) ήταν επίσης πελάτης, ενώ το hedge fund «Highbridge Capital Management» του δισεκατομμυριούχου Γκλεν Ντούμπιν πλήρωσε στον Έπσταϊν 15 εκατομμύρια δολάρια για την εισαγωγή της εταιρείας της στην JPMorgan Chase, η οποία απέκτησε πλειοψηφικό πακέτο μετοχών στην Highbridge για 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια το 2004.
Το προφίλ του Τζέφρι Έπσταϊν βέβαια «κουβαλούσε» πλέον τη σκιά μιας πολύ βαριάς εγκληματικής υπόθεσης με ηθική απαξία. Εκείνη την περίοδο, ο Έπσταϊν ξεκινά μια προσπάθεια να συνδεθεί με επιστημονικές ομάδες και πανεπιστημιακές κοινότητες και να επενδύσει σε πρωτοποριακά ερευνητικά projects, καλλιεργώντας την εικόνα ενός πλούσιου επενδυτή που ενδιαφέρεται για την επιστημονική και ακαδημαϊκή πρόοδο.
Μάλιστα σε μια συνέντευξή του εκείνη την περίοδο, απαντώντας στην ερώτηση αν συνεχίζει να δέχεται «σεξουαλικά μασάζ», απαντά «όχι» γιατί άλλωστε, όπως λέει, οι ηλικιωμένοι καθηγητές πανεπιστημίων που συναντά «δεν είναι τόσο ελκυστικοί».
Τον Ιούλιο του 2019 ο Έπσταϊν συνελήφθη ξανά στη Νέα Υόρκη με ομοσπονδιακές κατηγορίες για διακίνηση ανηλίκων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Κρατήθηκε στο Metropolitan Correctional Center εν αναμονή δίκης. Στις 10 Αυγούστου 2019 βρέθηκε νεκρός στο κελί του. Ο θάνατός του καταγράφηκε επισήμως ως αυτοκτονία, παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα υπάρχει τεράστιο κύμα αμφισβήτησης για αυτή την εκδοχή, ενώ ακόμα και ιατροδικαστές αμφισβητούν αυτήν την αιτία θανάτου.
Μια περιουσία εύρωστη μέχρι σήμερα
Όπως αναφέρει το Forbes, την εποχή του θανάτου του, το 2019, ο Τζέφρι Έπσταϊν ήταν ένας απίστευτα πλούσιος άνθρωπος. Μεταξύ της συλλογής πολυτελών σπιτιών του, δύο ιδιωτικών νησιών στην Καραϊβική και σχεδόν 380 εκατομμυρίων δολαρίων σε μετρητά και επενδύσεις, η περιουσία του ανερχόταν σε 578 εκατομμύρια δολάρια.
Αλλά και έξι χρόνια μετά τον θάνατό του, η περιουσία του Έπσταϊν παρέμενε ιδιαίτερα εύρωστη οικονομικά. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη τριμηνιαία έκθεση του νομικού προσώπου που διαχειρίζεται την περιουσία του, στις 31 Μαρτίου 2025 η περιουσία αυτή είχε αποτιμηθεί σε 131 εκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων 49 εκατομμυρίων σε μετρητά και 79 εκατομμυρίων σε μη προσδιορισμένες «οντότητες».
Τα τελευταία έξι χρόνια, το νομικό αυτό πρόσωπο που διαχειρίζεται την περιουσία του Έπσταϊν, πούλησε όλα τα σπίτια και τα νησιά και μείωσε σημαντικά τα διαθέσιμα μετρητά, καταβάλλοντας περισσότερα από 160 εκατομμύρια δολάρια σε θύματα των σεξουαλικών εγκλημάτων του επιχειρηματία, αποπληρώνοντας δάνειο 30 εκατομμυρίων δολαρίων και συμφωνώντας σε διακανονισμό 105 εκατομμυρίων δολαρίων με τις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους. Ωστόσο, η περιουσία ενισχύθηκε και πέρσι όταν έλαβε επιστροφή φόρου 112 εκατομμυρίων δολαρίων από την αμερικανική φορολογική υπηρεσία.
Και κάπως έτσι υφαίνεται ο «ιστός» ενός πανίσχυρου ανθρώπου, ο οποίος παράλληλα με μια οικονομική αυτοκρατορία που έχτισε σχεδόν στα «κρυφά», έφτιαξε επίσης ένα τεράστιο δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ασκώντας την εξουσία του όχι μόνο στα κινητά και ακίνητα πράγματα, αλλά και στα σώματα των άλλων ανθρώπων.