Το Αλτσχάιμερ μπορεί να ανιχνευτεί ακόμα και από τα 45 έτη, λέει μελέτη
Τα επίπεδα μιας πρωτεΐνης σχετίζονται με υποκειμενικά προβλήματα μνήμης στα 45.
Μια νέα μελέτη δείχνει ότι ένα από τα πιο συζητημένα αιματολογικά «ίχνη» της νόσου Αλτσχάιμερ μπορεί να ανιχνευθεί ακόμα και πριν τα 50 έτη. Το εύρημα αυτό προέρχεται από μια μακροχρόνια έρευνα στη Νέα Ζηλανδία, που παρακολούθησε ανθρώπους από τη γέννησή τους έως την ηλικία των 45 ετών και εξέτασε μια πρωτεΐνη στο αίμα που λέγεται pTau181.
Τι είναι ο δείκτης pTau181 και γιατί έχει σημασία
Ο δείκτης αυτός, μια μορφή της πρωτεΐνης tau που σχετίζεται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, έχει ήδη αποδειχθεί χρήσιμος σε ηλικιωμένους ασθενείς για τη διάκριση μεταξύ υγιών ατόμων και ανθρώπων με άνοια. Ωστόσο, πολύ λιγότερα είναι γνωστά για το τι σημαίνει όταν εμφανίζεται σε ανθρώπους μέσης ηλικίας, χωρίς διάγνωση άνοιας. Αυτό ακριβώς προσπάθησε να απαντήσει η νέα μελέτη, χρησιμοποιώντας δεδομένα από τη γνωστή Dunedin Study, μια από τις πιο ολοκληρωμένες γενεαλογικές μελέτες παγκοσμίως.
Η έρευνα περιέλαβε 854 άτομα ηλικίας 45 ετών. Οι επιστήμονες μέτρησαν τα επίπεδα της pTau181 στο αίμα, κατέγραψαν τις υποκειμενικές τους ανησυχίες για τη μνήμη και τη σκέψη τους, πραγματοποίησαν τεστ νοητικών ικανοτήτων από την παιδική ηλικία έως την ενήλικη ζωή και έκαναν μαγνητικές τομογραφίες για να αξιολογήσουν τη δομή του εγκεφάλου. Παράλληλα, εξετάστηκε και ένας δείκτης βιολογικής γήρανσης, που δείχνει πόσο γρήγορα «γερνά» το σώμα σε κυτταρικό επίπεδο. Η βασική μέθοδος της μελέτης ήταν η στατιστική σύγκριση ανάμεσα στα επίπεδα της pTau181 και σε όλους τους δείκτες υγείας του εγκεφάλου και της γνωστικής λειτουργίας. Οι ερευνητές αναζήτησαν αν τα υψηλότερα επίπεδα του βιοδείκτη συνδέονται με χειρότερη μνήμη, μείωση γνωστικών ικανοτήτων ή αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: η pTau181 σχετίστηκε μόνο με υποκειμενικές γνωστικές ανησυχίες. Τα άτομα που είχαν υψηλότερα επίπεδα του δείκτη ήταν πιο πιθανό να αναφέρουν ότι ξεχνούν πράγματα, δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν ή ότι η μνήμη τους έχει χειροτερέψει σε σχέση με το παρελθόν. Μάλιστα, η σχέση αυτή φάνηκε όχι μόνο στην ηλικία των 45 ετών, αλλά και ως αλλαγή μέσα στα προηγούμενα επτά χρόνια.
Αντίθετα, δεν βρέθηκε καμία σύνδεση ανάμεσα στη pTau181 και σε πιο «αντικειμενικά» μέτρα. Οι συμμετέχοντες δεν εμφάνισαν συσχέτιση με πραγματική μείωση νοητικών επιδόσεων στα τεστ, ούτε με επιδείνωση της δομής του εγκεφάλου στις μαγνητικές τομογραφίες. Δεν υπήρξε επίσης σχέση με τον ρυθμό βιολογικής γήρανσης ή με γενετικούς παράγοντες κινδύνου για Αλτσχάιμερ, όπως το APOEε4. Με άλλα λόγια, το σήμα που ανιχνεύθηκε στο αίμα δεν «αντανακλούσε» ακόμη εμφανή εγκεφαλική βλάβη ή γνωστική έκπτωση. Φάνηκε όμως να συνδέεται με την υποκειμενική εμπειρία των ίδιων των ανθρώπων ότι κάτι αλλάζει στη μνήμη τους.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτό μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα. Η πρώτη, πιο ανησυχητική πιθανότητα είναι ότι οι διεργασίες της νόσου Αλτσχάιμερ ξεκινούν ήδη από τα μέσα της ζωής, πολύ πριν εμφανιστούν μετρήσιμες αλλαγές στον εγκέφαλο. Σε αυτή την περίπτωση, ο δείκτης pTau181 θα μπορούσε να αποτυπώνει πολύ πρώιμες βιολογικές μεταβολές που γίνονται αντιληπτές μόνο ως «αίσθηση» γνωστικής δυσκολίας. Η δεύτερη πιθανότητα είναι πιο «ουδέτερη»: ότι η pTau181 σε αυτή την ηλικία δεν σχετίζεται ακόμη με Αλτσχάιμερ, αλλά αντανακλά άλλους παράγοντες, όπως στρες, κόπωση, ψυχολογική κατάσταση ή γενικότερες αλλαγές της καθημερινής λειτουργίας του εγκεφάλου που δεν συνδέονται με νευροεκφυλισμό.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα ήταν οι διαφορές μεταξύ φύλων. Οι άνδρες είχαν ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα pTau181 από τις γυναίκες, κάτι που δεν εξηγείται από το σωματικό βάρος. Αν και οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα Αλτσχάιμερ σε μεγαλύτερη ηλικία, τα ευρήματα δείχνουν ότι η βιολογία της πρωτεΐνης αυτής μπορεί να εξελίσσεται διαφορετικά στις δύο ομάδες ήδη από τη μέση ηλικία.
Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης ότι το pTau181 δεν πρέπει να ερμηνεύεται απομονωμένα. Αν και είναι ένας πολλά υποσχόμενος δείκτης για τη νόσο Αλτσχάιμερ, η ακρίβειά του φαίνεται να εξαρτάται από την ηλικία και το κλινικό πλαίσιο. Σε μεγαλύτερους πληθυσμούς έχει ισχυρή διαγνωστική αξία, όμως στα 40–50 χρόνια ζωής η σημασία του παραμένει ασαφής.
Οι προοπτικές της μελέτης
Η αξία της μελέτης είναι μεγάλη: δείχνει ότι οι πρώτες ενδείξεις μιας πιθανής νευροεκφυλιστικής διαδικασίας μπορεί να μην φαίνονται στον εγκέφαλο ή στα τεστ μνήμης, αλλά να «περνούν» μέσα από την ίδια την αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του.
Με απλά λόγια, πριν ακόμη υπάρξουν μετρήσιμες αλλαγές στη σκέψη ή στη δομή του εγκεφάλου, ορισμένα βιολογικά σήματα μπορεί να συνδέονται με κάτι πιο λεπτό: την προσωπική αίσθηση ότι η μνήμη δεν είναι πια όπως παλιά.