Το χαμηλότερο IQ στην εφηβεία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αλκοολισμού στην ενήλικη ζωή
Οι ερευνητές βρήκαν ότι όσοι είχαν χαμηλό IQ στα 18, είναι πιο επιρρεπείς στον αλκοολισμό.
Tα χαμηλότερα επίπεδα νοημοσύνης στην εφηβεία μπορεί να αυξάνουν την πιθανότητα ροπής προς τον αλκοολισμό στην ενήλικη ζωή, σύμφωνα με έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Psychiatry και συγκέντρωσε δεδομένα από τη Σουηδία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Φινλανδία και άλλες χώρες.
Η ευφυΐα δεν καθορίζει τη μοίρα, αλλά επηρεάζει την ευπάθεια
Οι ερευνητές παρακολούθησαν πάνω από 570.000 άνδρες στη Σουηδία που είχαν περάσει από τεστ ευφυΐας κατά τη στρατιωτική τους θητεία, από το 1969 έως το 1984. Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα: όσοι είχαν χαμηλότερο δείκτη IQ στην ηλικία των 18 ετών είχαν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν διαταραχή χρήσης αλκοόλ αργότερα στη ζωή τους. Οι συμμετέχοντες με χαμηλό IQ είχαν έως και 64% υψηλότερο ποσοστό σε σχέση με εκείνους με μέσο σκορ, ενώ ακόμη και μετά την αφαίρεση παραγόντων όπως η οικογενειακή χρήση ουσιών ή οι δυσκολίες παιδικής ηλικίας, το ποσοστό παρέμενε αυξημένο κατά 43%.
Αντίστροφα, οι άνδρες με υψηλότερη νοημοσύνη είχαν περίπου 40% λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν προβλήματα με το αλκοόλ. Παρόμοια εικόνα προέκυψε και όταν οι ερευνητές συνέκριναν αδέλφια: μέσα στην ίδια οικογένεια: ο αδελφός με το χαμηλότερο IQ ήταν πιο πιθανό να αναπτύξει διαταραχή χρήσης αλκοόλ. Αυτό δείχνει ότι η νοητική ικανότητα, πέρα από την κοινή οικογενειακή επιρροή, παίζει ρόλο στην ευαλωτότητα απέναντι στο αλκοόλ.
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, η εκπαίδευση φάνηκε να μεσολαβεί εν μέρει σε αυτή τη σχέση, αλλά εξηγούσε μόλις το 14% του συνόλου. Άλλοι παράγοντες, όπως η κατάθλιψη ή οι διαταραχές προσοχής, είχαν πολύ μικρότερη συμβολή. Έτσι, οι επιστήμονες στράφηκαν στη γενετική για να δουν αν η σχέση νοημοσύνης και αλκοολισμού έχει βιολογικό υπόβαθρο.
Αναλύοντας τεράστια σύνολα δεδομένων, διαπίστωσαν ότι τα άτομα με γονίδια που σχετίζονται με καλύτερη γνωστική απόδοση είχαν χαμηλότερη πιθανότητα να εμφανίσουν προβλήματα αλκοόλ. Η σύνδεση αυτή επιβεβαιώθηκε σε διαφορετικά δείγματα, όπως σε πληθυσμούς της Φινλανδίας και των ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, το κοινωνικό περιβάλλον φάνηκε να τροποποιεί τη δύναμη αυτής της σχέσης. Σε χώρες όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Αυστραλία, ο ρόλος της εκπαίδευσης ήταν πιο καθοριστικός, ενώ στη Φινλανδία η εκπαίδευση λειτουργούσε περισσότερο προστατευτικά απέναντι στη χαμηλή νοητική ικανότητα.
Κλειδί η σωστή εκπαιδευτική στήριξη
Η μελέτη υπογραμμίζει πως η ευφυΐα δεν καθορίζει τη ζωή κανενός, αλλά μπορεί να λειτουργεί ως παράγοντας ευαλωτότητας σε ένα σύμπλεγμα κοινωνικών, ψυχολογικών και βιολογικών επιδράσεων. Οι επικεφαλής της έρευνας τονίζουν ότι το ζητούμενο δεν είναι να στιγματιστούν τα άτομα με χαμηλότερες επιδόσεις, αλλά να εντοπιστούν εγκαίρως τα παιδιά που δυσκολεύονται στο σχολείο ώστε να τους δοθεί υποστήριξη.
Οι ερευνητές αναγνωρίζουν πάντως ορισμένους περιορισμούς. Η σουηδική μελέτη περιλάμβανε μόνο άνδρες, επομένως τα ευρήματα δεν είναι βέβαιο ότι ισχύουν για τις γυναίκες. Επιπλέον, οι καταγραφές πιθανότατα αφορούσαν τα σοβαρότερα περιστατικά αλκοολισμού, αφήνοντας εκτός τα πιο ήπια. Τέλος, επειδή τα γενετικά δεδομένα προέρχονταν κυρίως από Ευρωπαίους, οι συσχετίσεις ίσως διαφέρουν σε άλλους πληθυσμούς.
Παρόλα αυτά, η συνέπεια των αποτελεσμάτων σε διαφορετικές χώρες και μεθόδους δείχνει ότι υπάρχει πράγματι μια σταθερή σχέση ανάμεσα στη γνωστική λειτουργία και τον κίνδυνο εθισμού. Η μελέτη ανοίγει τον δρόμο για νέες παρεμβάσεις πρόληψης, που θα λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο τη συμπεριφορά και την οικογένεια, αλλά και τα ατομικά γνωστικά χαρακτηριστικά κάθε ανθρώπου.