Αντόνι Γκαουντί: Ο αρχιτέκτονας της Σαγράδα Φαμίλια πέθανε αβοήθητος - Τον πέρασαν για ζητιάνο
Ο άνθρωπος που άλλαξε για πάντα την αρχιτεκτονική πέθανε επειδή τον πέρασαν για άστεγο.
Στις 7 Ιουνίου 1926, ένας ηλικιωμένος άνδρας κείτονταν τραυματισμένος σε έναν δρόμο της Βαρκελώνης. Φορούσε παλιά ρούχα, δεν είχε έγγραφα πάνω του και έμοιαζε περισσότερο με άστεγο παρά με άνθρωπο που είχε αλλάξει την ιστορία της αρχιτεκτονικής.
Οι περαστικοί τον προσπέρασαν. Κάποια ταξί αρνήθηκαν να τον μεταφέρουν. Οι γιατροί δεν πίστεψαν ποιος ήταν όταν τους το είπε. Τρεις ημέρες αργότερα πέθανε σε νοσοκομείο φτωχών. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Αντόνι Γκαουντί.
Σήμερα, ακριβώς 100 χρόνια μετά τον θάνατό του, η μοίρα μοιάζει να παίζει ένα από τα πιο εντυπωσιακά ιστορικά παιχνίδια: η Σαγράδα Φαμίλια, το έργο στο οποίο αφιέρωσε τη ζωή του, βρίσκεται στο επίκεντρο παγκόσμιων εορτασμών, με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ να ευλογεί τον νέο Πύργο του Ιησού Χριστού, τον υψηλότερο του ναού.
Από κοσμικός δανδής σε «αρχιτέκτονα του Θεού»
Η εικόνα του ασκητικού ηλικιωμένου που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 10 Ιουνίου του 1926 απέχει πολύ από τον νεαρό Γκαουντί των πρώτων δεκαετιών.
Στα νεανικά του χρόνια ήταν κομψός, κοινωνικός και εκκεντρικός. Κυκλοφορούσε με άμαξες, ντυνόταν με προσοχή και συμμετείχε ενεργά στην κοσμική ζωή της Βαρκελώνης. Τίποτα δεν προμήνυε ότι θα εξελισσόταν σε μια σχεδόν μοναστική μορφή.
Η μεταμόρφωση ήρθε σταδιακά, μέσα από διαδοχικές προσωπικές απώλειες. Ο θάνατος του πατέρα του, της ανιψιάς του, στενών συνεργατών, πνευματικών καθοδηγητών και τελικά του μεγάλου ευεργέτη του, Εουσέμπι Γκουέλ, τον οδήγησαν σε βαθιά εσωστρέφεια.
Ο Γκαουντί εγκατέλειψε τη δημόσια ζωή και βυθίστηκε ολοκληρωτικά στην πίστη και στη δουλειά. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν απέκτησε παιδιά. Άρχισε να ζει λιτά, επιδιορθώνοντας τα ίδια ρούχα αντί να αγοράζει καινούργια. Ακολουθούσε αυστηρές νηστείες, είχε υιοθετήσει χορτοφαγική διατροφή και περνούσε ατελείωτες ώρες προσευχής.
Οι κάτοικοι της Βαρκελώνης άρχισαν να τον αποκαλούν «ο αρχιτέκτονας του Θεού».
Η εμμονή που λεγόταν Σαγράδα Φαμίλια
Από το 1914 και μετά, ο Γκαουντί εγκατέλειψε σχεδόν κάθε άλλο επαγγελματικό έργο. Η ζωή του είχε αποκτήσει έναν μοναδικό σκοπό: τη Σαγράδα Φαμίλια.
Ο ναός είχε αρχίσει να κατασκευάζεται το 1882, όμως υπό τη δική του καθοδήγηση μετατράπηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν θρησκευτικό χώρο.
Έγινε ένα αρχιτεκτονικό σύμπαν. Ένα μνημείο όπου η γεωμετρία, η φύση, η μηχανική και η θεολογία συνυπήρχαν στο ίδιο οικοδόμημα.
Ο ίδιος γνώριζε ότι δεν θα ζούσε αρκετά για να το δει ολοκληρωμένο. Γι’ αυτό αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη δημιουργία μακετών, σχεδίων και τεχνικών οδηγιών που θα επέτρεπαν στους διαδόχους του να συνεχίσουν το έργο.
«Ο πελάτης μου δεν βιάζεται», συνήθιζε να λέει, αναφερόμενος στον Θεό.
Η μέρα που η Βαρκελώνη δεν αναγνώρισε τον μεγαλύτερο δημιουργό της
Το απόγευμα της 7ης Ιουνίου 1926 ο Γκαουντί έφυγε από το εργαστήριό του στη Σαγράδα Φαμίλια και κατευθύνθηκε προς την εκκλησία Σαν Φελίπ Νέρι για προσευχή και εξομολόγηση. Δεν έφτασε ποτέ. Στη διασταύρωση της Γκραν Βία με την οδό Μπαϊλέν παρασύρθηκε από τραμ.
Κάποιοι ιστορικοί θεωρούν ότι ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του. Άλλοι σημειώνουν ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ακοής και δεν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Ο 73χρονος αρχιτέκτονας σωριάστηκε αιμόφυρτος στον δρόμο. Και τότε συνέβη κάτι σχεδόν αδιανόητο.
Τα ταξί που αρνήθηκαν να σταματήσουν
Τα φθαρμένα ρούχα του και η ασκητική εμφάνισή του οδήγησαν τους περισσότερους να πιστέψουν ότι επρόκειτο για άστεγο ή ζητιάνο. Λίγοι έσπευσαν να βοηθήσουν.
Σύμφωνα με τις καταγραφές της εποχής, τρία ταξί αρνήθηκαν να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Ένα τέταρτο δεν σταμάτησε καν.
Χρειάστηκε η παρέμβαση αστυνομικού για να αναγκαστεί ένας οδηγός να παραλάβει τον τραυματία. Η ειρωνεία ήταν αμείλικτη. Ο άνθρωπος που είχε σχεδιάσει τα πιο εντυπωσιακά κτίρια της Βαρκελώνης δεν αναγνωρίστηκε από την ίδια του την πόλη.
«Δεν πίστεψαν ότι ήταν ο Γκαουντί»
Στο νοσοκομείο τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο τραγικά. Ο αρχιτέκτονας δήλωσε ποιος ήταν, όμως οι γιατροί δεν τον πίστεψαν. Δεν είχε πάνω του έγγραφα. Στις τσέπες του βρέθηκαν μόνο ένα μικρό Ευαγγέλιο, ένα κομποσκοίνι, ένα μαντίλι και ένα κλειδί.
Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Σάντα Κρου και καταγράφηκε λανθασμένα ως «Αντόνιο Σάντι». Τοποθετήθηκε σε κοινό θάλαμο για άπορους ασθενείς. Χρειάστηκε να περάσει μία ολόκληρη ημέρα μέχρι οι φίλοι και οι συνεργάτες του να ανακαλύψουν πού βρισκόταν.
Όταν τελικά αναγνωρίστηκε και μεταφέρθηκε σε ιδιωτικό δωμάτιο, ήταν ήδη αργά. Στις 10 Ιουνίου 1926, στις πέντε το απόγευμα, ο Αντόνι Γκαουντί πέθανε από τα τραύματά του.
Το αντίο που ένωσε μια πόλη
Η πόλη που δεν τον αναγνώρισε όσο ζούσε, τον αποχαιρέτησε σαν εθνικό ήρωα. Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε τεράστια συγκίνηση. Χιλιάδες άνθρωποι κατέκλυσαν τους δρόμους της Βαρκελώνης.
Η νεκρική πομπή διέσχισε τη Λα Ράμπλα και τη Γοτθική Συνοικία μέσα σε πρωτοφανή ατμόσφαιρα πένθους.
Από τα μπαλκόνια κρέμονταν μαύρες κορδέλες. Λουλούδια έπεφταν πάνω στη νεκρική άμαξα. Και ο Γκαουντί οδηγήθηκε εκεί όπου είχε αφιερώσει την ψυχή του. Στη Σαγράδα Φαμίλια.
Έναν αιώνα μετά, το έργο συνεχίζει να χτίζεται
Η μεγαλύτερη ίσως νίκη του Γκαουντί είναι ότι κατάφερε να ξεπεράσει τον ίδιο του τον θάνατο. Παρά τις καταστροφές του Ισπανικού Εμφυλίου, τις οικονομικές δυσκολίες και τις δεκαετίες καθυστερήσεων, η Σαγράδα Φαμίλια συνέχισε να υψώνεται χάρη στα σχέδια, τις μακέτες και τη μέθοδο εργασίας που άφησε πίσω του.
Η ολοκλήρωση του Πύργου του Ιησού Χριστού, ύψους 172,5 μέτρων, αποτελεί το πιο πρόσφατο κεφάλαιο μιας ιστορίας που διαρκεί σχεδόν ενάμιση αιώνα.
Και ίσως το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της ιστορίας του Γκαουντί να είναι αυτό: Ο άνθρωπος που πέθανε επειδή τον πέρασαν για ζητιάνο, κατάφερε να δημιουργήσει ένα μνημείο που σήμερα αναγνωρίζεται σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η Βαρκελώνη δεν τον αναγνώρισε την ημέρα που έπεσε στον δρόμο. Η ιστορία, όμως, τον αναγνώρισε για πάντα.