Ασπιρίνη και καρκίνος εντέρου: Περισσότεροι κίνδυνοι παρά οφέλη
Μεγάλη διεθνής μελέτη δείχνει ότι η ασπιρίνη δεν προλαμβάνει αξιόπιστα τον καρκίνο εντέρου ενώ αποτελεί κίνδυνο.
Η ιδέα ότι ένα απλό, καθημερινό χάπι μπορεί να λειτουργήσει ως «ασπίδα» απέναντι στον καρκίνο του εντέρου κυκλοφορεί εδώ και χρόνια και αφορά στην ασπιρίνη. Πρόκειται για ένα σενάριο ελκυστικό: χαμηλό κόστος, εύκολη πρόσβαση και μια υποτιθέμενη προληπτική δράση. Ωστόσο, μια νέα εκτενής ανάλυση από τον διεθνή οργανισμό Cochrane δείχνει ότι τα δεδομένα για τον γενικό πληθυσμό είναι πολύ λιγότερο καθησυχαστικά.
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου συνήθως δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις ξεκινά από μικρές προκαρκινικές αλλοιώσεις, τους λεγόμενους πολύποδες (αδενώματα), που μπορεί να εξελιχθούν αργά σε κακοήθεια. Αυτή η μακρά «διαδρομή» ανάπτυξης είναι και ο λόγος που οι επιστήμονες αναζήτησαν φάρμακα με αντιφλεγμονώδη δράση, θεωρώντας ότι ίσως μπορούν να παρέμβουν νωρίς στη διαδικασία. Η ασπιρίνη, γνωστή για τις αντιφλεγμονώδεις και αντιπηκτικές της ιδιότητες, μπήκε στο μικροσκόπιο ως πιθανό εργαλείο πρόληψης.
Η ασπιρίνη ανήκει στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και χρησιμοποιείται ευρέως για πόνο και πυρετό. Παράλληλα, μειώνει τη δραστηριότητα των αιμοπεταλίων, επηρεάζοντας την πήξη του αίματος. Αυτή ακριβώς η ιδιότητα εξηγεί γιατί μπορεί να προστατεύει από θρομβώσεις, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Το ερώτημα ήταν αν το πιθανό αντικαρκινικό όφελος υπερτερεί αυτών των γνωστών κινδύνων.
Τι έδειξαν οι 10 μεγάλες κλινικές μελέτες
Για να απαντηθεί, ερευνητές από το West China Hospital of Sichuan University ανέλυσαν 10 τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες με συνολικά 124.837 συμμετέχοντες, όλοι μέσου κινδύνου για καρκίνο του εντέρου. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν η καθημερινή λήψη ασπιρίνης μειώνει τα περιστατικά καρκίνου ή την εμφάνιση προκαρκινικών πολυπόδων. Δεν εντοπίστηκαν επαρκή δεδομένα για άλλα παρόμοια φάρμακα, οπότε τα συμπεράσματα αφορούν αποκλειστικά την ασπιρίνη.
Τα αποτελέσματα δεν επιβεβαίωσαν τις αισιόδοξες προσδοκίες. Στο διάστημα 5 έως 15 ετών από την έναρξη της λήψης, η ασπιρίνη πιθανότατα δεν μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου. Ορισμένες μελέτες έδειξαν ενδεχόμενο όφελος μετά από περισσότερα από 10 ή 15 χρόνια, όμως η βεβαιότητα αυτών των στοιχείων κρίθηκε πολύ χαμηλή. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα «μακροπρόθεσμα» δεδομένα προέρχονταν από παρακολούθηση μετά το τέλος της αρχικής τυχαιοποιημένης φάσης, όταν οι συμμετέχοντες μπορούσαν να αλλάξουν αγωγή, θολώνοντας την καθαρή εικόνα.
Άμεσος ο κίνδυνος αιμορραγίας
Αντίθετα, οι κίνδυνοι καταγράφηκαν με μεγαλύτερη σαφήνεια. Η συστηματική ανασκόπηση έδειξε ισχυρές ενδείξεις ότι η καθημερινή λήψη ασπιρίνης αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας εκτός εγκεφάλου, (π.χ. γαστρεντερικής). Παράλληλα, φαίνεται ότι πιθανόν αυξάνει και τον κίνδυνο αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου. Οι μεγαλύτερες δόσεις συνδέθηκαν με υψηλότερο κίνδυνο, όμως ούτε οι χαμηλές δόσεις –η λεγόμενη «baby aspirin»– αποδείχθηκαν αθώες.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η αιμορραγία μπορεί να ξεκινήσει άμεσα μετά την έναρξη της αγωγής, ενώ το όποιο ενδεχόμενο αντικαρκινικό όφελος, αν υπάρχει, θα χρειαζόταν πάνω από μια δεκαετία για να φανεί. Οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με ιστορικό έλκους ή διαταραχών πήξης διατρέχουν ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών, γεγονός που καθιστά την αλόγιστη χρήση ιδιαίτερα προβληματική.
Λήψη ασπιρίνης ναι, αλλά υπό προϋποθέσεις
Το βασικό μήνυμα των ερευνητών είναι ότι η πρόληψη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τη λογική «ένα χάπι για όλες τις περιπτώσεις». Η απόφαση για λήψη ασπιρίνης πρέπει να λαμβάνεται σε συνεργασία με γιατρό, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, το ατομικό ιστορικό, τα συνοδά νοσήματα και τα άλλα φάρμακα που πιθανόν λαμβάνει ο ασθενής.